Of Freedom Piperopoulou
Just two years after its founding, Finny, the New York-based fintech startup and an intense Greek imprint, as her co-founder is the Greek Victoria Tolis, is developing into one of the fastest growing companies in the field of health management. Victoria Tolis, along with her co-founders Theodore Janson and Eden Ovadia, has been included on the American list "Forbes 30 Under 30", while the company now numbers 35 employees and has raised a total of over $20 million from investors, with its valuation reaching $150 million.
Finny, who participated in the Y Combinator program in the summer of 2024, develops artificial intelligence tools aimed at financial advisors in the US, with the aim of helping them acquire new customers, better manage their existing clientele and develop their businesses.
AI at the service of the financial advisors
The company was created to address one of the biggest problems of the financial consultants industry: the time and resources needed to attract new customers.
As explained in Capital. gr and Forbes Greece Victoria Tolly, in the US there is a strong stream of independent financial advisors, as more and more leave the large banks to create their own companies, but without having the appropriate tools.
How's Finny?
Finny's platform acts as a development tool for advisors, utilizing artificial intelligence and a large volume of data in order to identify the most important opportunities. The company gathers publicly available information from different sources and creates a single profile for each candidate or existing client.
These data may concern job changes, real estate markets, business developments or other important events that may mark a new economic need. Through the F-Score algorithm, Finny evaluates the possibility of a prospective client working with a consultant, helping the latter to prioritise contacts with the highest value.
Παράλληλα, η πλατφόρμα δημιουργεί εξατομικευμένα μηνύματα, προτείνει το κατάλληλο κανάλι επικοινωνίας και αυτοματοποιεί διαδικασίες όπως τα follow-ups και ο προγραμματισμός συναντήσεων.
Σύμφωνα με τη co-founder της εταιρείας, ο στόχος δεν είναι απλώς η αυτοματοποίηση, αλλά η ενίσχυση της προσωπικής σχέσης μεταξύ συμβούλου και πελάτη μέσω της τεχνητής νοημοσύνης. Όπως επισημαίνει, ο βασικός λόγος για τον οποίο ένας πελάτης απομακρύνεται σήμερα από τον οικονομικό του σύμβουλο δεν είναι απαραίτητα η απόδοση των επενδύσεών του, αλλά η αίσθηση ότι δεν λαμβάνει την απαιτούμενη προσοχή και ότι απουσιάζει η σχέση εμπιστοσύνης.
Από το lead generation στη συνολική ανάπτυξη
Η Finny ξεκίνησε από την αυτοματοποίηση της προσέγγισης νέων πελατών, όμως πλέον επεκτείνει το πεδίο δράσης της σε όλο το φάσμα ανάπτυξης των οικονομικών συμβούλων. Η εταιρεία βοηθά τους advisors να ενισχύσουν την online παρουσία τους μέσα από τις ιστοσελίδες τους, το περιεχόμενο που δημιουργούν και συνολικά τη στρατηγική τους στα ψηφιακά κανάλια. Παράλληλα, αξιοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη για να αναδεικνύει ευκαιρίες που υπάρχουν ήδη μέσα στο υφιστάμενο πελατολόγιο κάθε συμβούλου.
Για παράδειγμα, εάν εντοπίσει ότι ένας πελάτης εργάζεται σε μια εταιρεία και υπάρχει μια σημαντική εξέλιξη που μπορεί να επηρεάσει την οικονομική του κατάσταση, ενημερώνει τον σύμβουλο ότι αυτή μπορεί να είναι η κατάλληλη στιγμή για μια προσωπική επικοινωνία.
Το ζητούμενο, όπως υπογραμμίζει, δεν είναι η αντικατάσταση της ανθρώπινης σχέσης αλλά η ενίσχυσή της μέσω της τεχνολογίας. “Αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε είναι να προσφέρουμε μια πιο προσωποποιημένη εμπειρία σε μεγαλύτερη κλίμακα, ώστε ο οικονομικός σύμβουλος να μπορεί να στέλνει το σωστό μήνυμα, την κατάλληλη στιγμή, με τη σωστή συμβουλή”, εξηγεί η κα Τόλη, σημειώνοντας ότι η αποστολή της Finny είναι να συμβάλει στον “εκδημοκρατισμό” της ποιοτικής χρηματοοικονομικής συμβουλευτικής.
Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, καθώς, σύμφωνα με την ίδια, υπάρχει σημαντικό κενό στην αγορά των ΗΠΑ, με περίπου 100.000 λιγότερους financial advisors από όσους απαιτούνται για να καλυφθούν οι ανάγκες του πληθυσμού.
Ανάπτυξη και χρηματοδότηση
Από την έναρξη λειτουργίας της στις αρχές του 2024, η Finny έχει αναπτύξει σημαντικά το πελατολόγιό της. Σύμφωνα με την εταιρεία, περισσότερες από 400 εταιρείες financial advisors, broker-dealers και τράπεζες χρησιμοποιούν πλέον την πλατφόρμα.
Τον Δεκέμβριο του 2025 η startup ανακοίνωσε Series A χρηματοδότηση ύψους 17 εκατ. δολαρίων, με επικεφαλής τη Venrock και τη συμμετοχή επενδυτών όπως η Activant, ο Jason Wenk της Altruist, καθώς και οι υφιστάμενοι Y Combinator, Maple VC και Crossbeam Ventures. Το 2024 είχε ολοκληρώσει seed γύρο χρηματοδότησης ύψους 4,3 εκατ. δολ.
Η Ελλάδα, το οικοσύστημα και το επόμενο βήμα
Η δραστηριότητα της Finny περιορίζεται σήμερα στις ΗΠΑ, καθώς η επέκταση στην Ευρώπη παρουσιάζει μεγαλύτερες προκλήσεις λόγω του διαφορετικού πλαισίου προστασίας δεδομένων και των περιορισμών που δημιουργεί το GDPR.
Παρότι η εταιρεία δεν διαθέτει γραφείο στην Ελλάδα, η Βικτώρια Τόλη αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μια επόμενη επιχειρηματική της προσπάθεια να έχει ελληνική βάση και δηλώνει αισιόδοξη για την πορεία του ελληνικού οικοσυστήματος καινοτομίας.
Όπως υποστηρίζει, η Ελλάδα διαθέτει υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό, ισχυρή διασπορά και σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης μέσα από συνεργασίες με πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα. Παράλληλα, εκτιμά ότι η ποιότητα ζωής μπορεί να λειτουργήσει ως πόλος έλξης τόσο για Έλληνες του εξωτερικού όσο και για ξένους επαγγελματίες.
Ωστόσο, θεωρεί ότι απαιτούνται περαιτέρω βελτιώσεις στο επιχειρηματικό περιβάλλον, με λιγότερη γραφειοκρατία και ευκολότερη ίδρυση εταιρειών, ενώ επισημαίνει ότι στην Ελλάδα εξακολουθεί να υπάρχει μεγαλύτερος φόβος απέναντι στην αποτυχία σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η ανάληψη επιχειρηματικού ρίσκου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της startup κουλτούρας.
Αναφερόμενη στην εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό, η Βικτώρια Τόλη εκτιμά ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια, ειδικά στον χώρο της τεχνολογίας, η χώρα εξακολουθεί σε αρκετές περιπτώσεις να αντιμετωπίζεται μέσα από το “φίλτρο” της οικονομικής κρίσης.
Η ίδια, ωστόσο, εκτιμά ότι η χώρα έχει αλλάξει σημαντικά την τελευταία δεκαετία, από τότε που έφυγε για σπουδές στο Stanford και ξεκίνησε την πορεία της στον χώρο της τεχνολογίας. Κατά την άποψή της, ένα ρεαλιστικό μοντέλο για την Ελλάδα θα ήταν να ακολουθήσει την πορεία του Τελ Αβίβ, δημιουργώντας ένα ισχυρό τεχνολογικό οικοσύστημα που θα προσελκύει επενδύσεις, ταλέντο και νέες επιχειρηματικές προσπάθειες.
“Η Ελλάδα είναι πλέον μια διαφορετική χώρα. Όταν έφυγα στα 18 μου, δεν θα σκεφτόμουν ποτέ να επιστρέψω. Σήμερα θα ήθελα, με μια επόμενη επιχειρηματική προσπάθεια, να δημιουργήσω κάτι στην Ελλάδα και να νιώσω ότι προσφέρω πίσω στη χώρα”, καταλήγει.

