Το ελληνικό χρηματιστήριο βρίσκεται μπροστά σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία των τελευταίων ετών. Μετά από μια εντυπωσιακή πολυετή άνοδο, ο Γενικός Δείκτης κινείται πλέον στην περιοχή των 2.650-2.700 μονάδων, έχοντας μετατρέψει ένα επίπεδο τιμών που πριν από λίγα χρόνια θα φαινόταν σχεδόν αδιανόητο, σε ένα απολύτως ρεαλιστικό στόχο.

Και δεν είναι μόνο το επίπεδο τιμών του ΓΔ που δείχνει ότι το Χρηματιστήριο Αθηνών έχει «αλλάξει πίστα», αλλά κυρίως οι αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, οι ιδιωτικές τοποθετήσεις, καθώς και τα επιχειρηματικά νέα και deals που έχουν μεταλλάξει την εγχώρια αγορά κεφαλαίων.

Το ερώτημα, επομένως, σήμερα είναι διαφορετικό. Δεν είναι πλέον το εάν η ελληνική αγορά μπορεί να ανακάμψει από την κρίση. Αυτό το στοίχημα έχει ήδη κερδηθεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι το αν στις 2.700 μονάδες, το Χρηματιστήριο Αθηνών παραμένει «buy», αν έχει έρθει η ώρα του «sell», ή αν η πιο λογική επιλογή είναι το «hold».

Η απάντηση βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην αισιοδοξία των επενδυτών, τις εκθέσεις των διεθνών οίκων και στην απλή χρηματιστηριακή πραγματικότητα ότι καμία αγορά δεν ανεβαίνει για πάντα χωρίς διορθώσεις. Αλλά και σε κάτι ακόμα, που ισχύει αυτή τη στιγμή μόνο στην Ελλάδα. Δηλαδή, ότι οι Έλληνες δεν έχουν πεισθεί ακόμα για όλα όσα γίνονται στο Euronext Athens, περιμένουν την διόρθωση που δεν έρχεται, με αποτέλεσμα να μην επενδύουν σε αυτό. Σε αντίθεση με την υπέρμετρη αισιοδοξία και το χρηματιστηριακό ποντάρισμα «all in», που καταγράφεται σε παγκόσμιο επίπεδο.

Στις αρχές του 2026, ο Γενικός Δείκτης βρισκόταν περίπου στις 2.120 μονάδες, έχοντας ολοκληρώσει το 2025 με άνοδο 44%, μία από τις καλύτερες επιδόσεις διεθνώς. Σήμερα η αγορά βρίσκεται περίπου 25% υψηλότερα από εκείνα τα επίπεδα και έχει ήδη προσφέρει αποδόσεις που δύσκολα συναντώνται σε μια ώριμη αγορά μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.

Αυτό από μόνο του δεν σημαίνει ότι η αγορά πρέπει υποχρεωτικά να πέσει. Αντιθέτως, σημαίνει ότι ο επενδυτής που αγοράζει σήμερα δεν αγοράζει την Ελλάδα του 2022 ή του 2023. Αγοράζει με ασφάλεια μια «χώρα» που έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα. Μια οικονομία με υψηλότερη ανάπτυξη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Ένα τραπεζικό σύστημα που έχει μετατραπεί από πρόβλημα, σε βασικό μοχλό κερδοφορίας του χρηματιστηρίου και ανάπτυξης της οικονομίας. Και, κυρίως, μια αγορά που βρίσκεται ένα βήμα πριν από μια ιστορική επιστροφή στην κατηγορία των ανεπτυγμένων αγορών.

Στα «συν» μετράμε ότι η αγορά έχει αλλάξει. Στα «μείον» μετράμε ότι οι τιμές των μετοχών δεν αποτελουν πλέον ευκαιρίες.

Ωστόσο ο σημαντικότερος μεσοπρόθεσμος καταλύτης για την ανοδική διάσπαση του 2.700 δεν είναι κάποια συγκεκριμένη τράπεζα ή κάποια άλλη

συγκεκριμένη μετοχή, ή μια ακόμα νέα επιχειρηματική συμφωνία. Είναι η ίδια η αλλαγή του επενδυτικού χάρτη.

Η MSCI θα αναβαθμίσει την Ελλάδα από αναδυόμενη σε ανεπτυγμένη αγορά τον Μάιο του 2027. Πρόκειται για μια ιστορική εξέλιξη, καθώς η χώρα είχε υποβαθμιστεί το 2013, στην καρδιά της δημοσιονομικής κρίσης. Η ίδια η MSCI επισημαίνει ότι η ελληνική αγορά επιστρέφει πλέον με οκτώ τίτλους στον δείκτη και κεφαλαιοποίηση περίπου δεκαπλάσια σε σχέση με την περίοδο της υποβάθμισης.

Έτσι η Ελλάδα παύει σταδιακά να αποτελεί ένα ειδικό στοίχημα «ανάκαμψης» και μετατρέπεται σε μια μικρή ευρωπαϊκή αγορά, η οποία θα διεκδικεί θέση στα χαρτοφυλάκια των διεθνών funds με διαφορετικά κριτήρια.

Η μετάβαση, όμως, έχει και δύο όψεις. Η πρώτη είναι θετική, αφού περισσότερα passive funds θα δημιουργήσουν νέες εισροές. Και η δεύτερη είναι πιο σύνθετη, διότι η έξοδος από τους δείκτες των αναδυόμενων αγορών σημαίνει ότι οι ελληνικές μετοχές θα πρέπει να ανταγωνιστούν πλέον απευθείας πολύ μεγαλύτερες και πιο απαιτητικές ευρωπαϊκές αγορές.

Δεν είναι λοιπόν βέβαιο ότι η αναβάθμιση αποτελεί αυτόματο εισιτήριο για διαρκή άνοδο. Είναι όμως ένας σημαντικός λόγος για τον οποίο οι μεγάλοι ξένοι οίκοι εξακολουθούν να βλέπουν θετικά την ελληνική αγορά.

Η JP Morgan έχει αναβαθμίσει τις ελληνικές μετοχές σε overweight, ενώ η αγορά εξακολουθεί να βρίσκεται στις προτιμώμενες επιλογές μεγάλων διεθνών επενδυτικών οίκων. Η εκτίμηση για τις παθητικές εισροές που μπορεί να δημιουργηθούν από την ένταξη στους ευρωπαϊκούς δείκτες φθάνει, σύμφωνα με αναλύσεις που επικαλούνται τις εκτιμήσεις της JP Morgan, περίπου το $1 δισ.

Παράλληλα, η Goldman Sachs έχει διατηρήσει θετική στάση απέναντι στις ελληνικές μετοχές, κατατάσσοντας την Ελλάδα μεταξύ των πιο ελκυστικών αγορών του παγκόσμιου επενδυτικού φάσματος που παρακολουθεί.

Πέρα όμως από αυτήν την πλευρά της «αναγκαστικής συμμετοχής» νέων κεφαλαίων που θα οδηγήσουν σε νέες εισροές, έχουμε μπροστά μας μια αγορά που έχει πάψει να είναι φθηνή. Είναι όμως ακριβή;

Το κρίσιμο ερώτημα στις 2.700 μονάδες δεν είναι εάν το Χρηματιστήριο Αθηνών έχει ανέβει πολύ. Φυσικά και έχει ανέβει. Το ερώτημα είναι αν τα εταιρικά κέρδη έχουν ανέβει αρκετά ώστε να δικαιολογούν τις νέες τιμές και να υποστηρίζουν τις νέες αποτιμήσεις.

Εδώ βρίσκεται λοιπόν ίσως η σημαντικότερη διαφορά ανάμεσα στο σημερινό «bull market» και σε προηγούμενους κύκλους του ελληνικού χρηματιστηρίου. Η άνοδος δεν στηρίζεται αποκλειστικά σε προσδοκίες. Στηρίζεται σε μια ουσιαστική μεταμόρφωση της εταιρικής κερδοφορίας. Δεν πρόκειται, λοιπόν, απλώς για ένα χρηματιστήριο που ανεβαίνει επειδή «επιστρέφουν οι ξένοι». Αφού οι ξένοι επιστρέφουν επειδή ακριβώς οι αριθμοί έχουν αλλάξει.

Και αυτή λοιπόν είναι η ουσία της μάχης των 2.700 μονάδων. Έχουν ανέβει περισσότερο οι τιμές των μετοχών από τα κέρδη;

Μια αγορά μπορεί να ανεβαίνει για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι επειδή αυξάνονται τα κέρδη των εταιρειών. Ο δεύτερος είναι επειδή οι επενδυτές είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν περισσότερα για τα ίδια κέρδη.

Η πρώτη περίπτωση είναι υγιέστερη. Η δεύτερη είναι σαφώς πιο επικίνδυνη, αλλά πολλές φορές δικαιολογείται και αυτή. Στην Ελλάδα συμβαίνουν και τα δύο.

Τα εταιρικά κέρδη των εισηγμένων εταιρειών έχουν αυξηθεί θεαματικά. Ταυτόχρονα όμως έχει αυξηθεί και η εμπιστοσύνη των επενδυτών. Οπότε και η αύξηση των δεικτών και πολλαπλασιαστών αποτίμησης, έχει ήδη αρχίσει να περιορίζει ένα μέρος του ιστορικού και παραδοσιακού «discount» που είχε η ελληνική αγορά.

Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν είναι πλέον το χρηματιστήριο που αγόραζες στις έξι ή επτά φορές τα κέρδη (Ρ/Ε) επειδή κανείς δεν ήθελε να αναλάβει τον «ελληνικό κίνδυνο». Τώρα η συμμετοχή στο Euronext Athens «στοιχίζει» πιο πολύ. Ο ελληνικός κίνδυνος έχει μειωθεί. Οι επενδυτές το γνωρίζουν. Και η μείωση του κινδύνου δίνει ώθηση στις τιμές.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ελληνική αγορά έγινε ξαφνικά ακριβότερη από την Ευρώπη. Οι πρόσφατες αναλύσεις των διεθνών οίκων εξακολουθούν να εντοπίζουν «discount» σε σχέση με τις ευρωπαϊκές αγορές, ιδιαίτερα σε επιμέρους κλάδους και στις τράπεζες. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι το «discount» αυτό δεν είναι πλέον τόσο μεγάλο ώστε να δικαιολογεί αδιακρίτως την αγορά κάθε ελληνικής μετοχής, λόγω απομάκρυνσης του λεγόμενου «country risk».

Και ενώ οι διεθνείς επενδυτικοί οίκοι αναβαθμίζουν τις συστάσεις τους για τις μετοχές, ανεβάζοντας αντίστοιχα και τις «τιμές – στόχους», εκφράζονται ενστάσεις, κυρίως από αυτούς που έχουν μείνει στην άκρη και δεν έχουν επενδύσει στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Από αυτούς που περιμένουν ακόμα το «γύρισμα» της αγοράς προς τα κάτω για να αγοράσουν. Αλλά και από όσους βλέπουν μπροστά μας προβλήματα με την Τουρκία, ή ανησυχούν εν όψει των εκλογών.

Το στοίχημα των 2700 μονάδων είναι μεγάλο. Οποιαδήποτε υποχώρηση πριν την κατάκτηση σου δεν μπορεί να θεωρηθεί επικίνδυνη πριν προσεγγίσει τις 2.530 μονάδες. Αντίθετα, η υπέρβαση του και η δρόμος προς τις 3.000 μονάδες, που για πολλούς αποτελεί και το «Ιερό Χρηματιστηριακό Δισκοπότηρο» του 2026, θα οδηγήσει σε μείωση ή ακόμα και εξαφάνιση του «discount» που παρουσιάζουν οι ελληνικές μετοχές έναντι των αντίστοιχων ευρωπαϊκών.

«ΒUY» λοιπόν, εάν νομίζουμε ότι αξίζει το ρίσκο συμμετοχής στην αγορά για ένα ακόμα +12,5% μέχρι του σημείου που οι τιμές θα είναι «fair» συγκρινόμενες με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές. Όπου το «συγκριτικό πλεονέκτημα» θα αρχίζει να εξανεμίζεται και οι συγκρίσεις θα γίνονται πλέον με άλλα κριτήρια.

«SELL», εάν είμαστε ικανοποιημένοι από τα κέρδη και τις υπεραξίες μας μέχρι τώρα και εκτιμούμε ότι κάπου εδώ η σχέση ρίσκου / οφέλους αρχίζει να βαραίνει υπέρ του ρίσκου και ότι μπροστά μας κάνει την εμφάνιση της η αρχή μιας αλλαγής στη συμπεριφορά της αγοράς.

Και «HOLD», εάν θέλουμε να δούμε όλο το έργο που εξελίσσεται, μέχρι και τη συμμετοχή του Euronext Athens, στις ώριμες αγορές. Και με την υπόθεση ότι οι εκλογές δεν θα οδηγήσουν σε μια δυσάρεστη έκπληξη.



Source

EnglishenEnglishEnglish

Connection

Registration

Restore Password

Enter your alias or email address and you will be sent a link to create a new password.