Από την αρχή της δεκαετίας του 1990, μετά την επανένωσή της, η Γερμανία είναι με διαφορά η μεγαλύτερη σε μέγεθος οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από το 2002 και της Ευρωζώνης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το 2025 το γερμανικό ΑΕΠ αντιστοιχούσε στο 25,99% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης και το 21,27% αυτού της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ήταν 42,65% μεγαλύτερο από αυτό της Γαλλίας, 70,15% μεγαλύτερο από της Ιταλίας και 130,24% μεγαλύτερο από αυτό της Ισπανίας. Είναι προφανές πως πρόκειται για την κυρίαρχη ευρωπαϊκή οικονομία και είναι λογικό να επηρεάζει υπέρμετρα τις οικονομικές επιδόσεις όλης της Ε.Ε. και, ακόμα περισσότερο, της Ευρωζώνης.
Όταν η γερμανική οικονομική μηχανή δουλεύει αποδοτικά ωφελείται και η υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση και όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά, την πληρώνουν και οι υπόλοιποι. Για πολλά χρόνια μετά την γερμανική επανένωση, το μεγάλο βάρος της απορρόφησης της πρώην Ανατολικής Γερμανίας κράτησε πολύ χαμηλά την γερμανική ανάπτυξη και για χρόνια η Γερμανία αποκαλείτο από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους «ο μεγάλος ασθενής της Ευρώπης». Τα πράγματα άλλαξαν σταδιακά και από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 η γερμανική μηχανή άρχισε να δουλεύει πολύ καλά και να τραβά προς τα πάνω και την υπόλοιπη Ευρώπη.
Οι καιροί όμως έχουν γυρίσματα και όπως φαίνεται από τις επίσημες στατιστικές, η γερμανική οικονομική και βιομηχανική ατμομηχανή έχει δώσει και πάλι την θέση της σε μία αναιμική οικονομία που αδυνατεί να αναπτυχθεί, κρατώντας χαμηλά και την ευρωπαϊκή ανάπτυξη. Ρίχνοντας μία ματιά στα στοιχεία της Eurostat αυτό φαίνεται πολύ καθαρά. Το 2025 το ΑΕΠ της Ε.Ε. αυξήθηκε κατά 1,2% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, αυτό της Ευρωζώνης κατά 1% και αυτό της Γερμανίας μόλις κατά 0,20%. Το 2024 τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 1,4%, 1,2% και (-0,5%), δηλαδή η γερμανική οικονομία είχε συρρικνωθεί σε σχέση με το 2023. Το 2023 είμαστε στο 0,4%, 0,4% και (-0,9%), δηλαδή είχαμε και πάλι συρρίκνωση. Το 2022 το ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχε αυξηθεί κατά 3,6%, της Ευρωζώνης κατά 3,7% και της Γερμανίας κατά 1,8%.
Η υστέρηση της Γερμανίας ήταν καθαρή και το 2021 που ήταν παντού μία χρονιά εντυπωσιακής ανάπτυξης καθώς οι παγκόσμιες οικονομίες ανέκαμπταν μετά τον Covid – 19, αφού το ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης μεγάλωσαν κατά 6,4% και αυτό της Γερμανίας μόνο κατά 3,9%. Μία πιο προσεκτική μελέτη των παραπάνω στοιχείων δείχνει πως η γερμανική οικονομία άρχισε να μένει από καύσιμα σταδιακά από τα μέσα της δεκαετίας του 2010 και ξεκάθαρα από το 2018 και έπειτα, καθώς από τότε και ύστερα μόνο μία χρονιά η ανάπτυξη της Γερμανίας ήταν υψηλότερη από την συνολική ευρωπαϊκή.
Η αναφορά στο 2018 δεν ήταν τυχαία, καθώς από τότε έχει αρχίσει η καθοδική πορεία της βιομηχανικής παραγωγής στην Γερμανία, κάτι που είχαμε δει και προ ημερών (Γερμανία: Οι δυσκολίες στην οικονομία φέρνουν σύγκρουση με την Κίνα | Liberal.gr) αναφερόμενοι σε άρθρο του Pierre Briancon του Reuters Breakingviews. Ο Γάλλος αρθρογράφος του Reuters Breakingviews είχε ασχοληθεί με την γερμανική οικονομία και τον περασμένο Απρίλιο, με ένα αρκετά απαισιόδοξο και επικριτικό άρθρο το οποίο είχε τον τίτλο «Η Γερμανία υπνοβατεί προς μία μόνιμη στασιμότητα».
Ο Briancon επισήμαινε τότε πως μετά από 6 χρόνια οικονομικής στασιμότητας οι προβλέψεις για την ανάπτυξη του 2026 και του 2027 εξακολουθούσαν να μιλούν για μία ανάκαμψη πολύ μικρής κλίμακας. Οι προβλέψεις αυτές μάλιστα έγιναν ακόμα πιο απαισιόδοξες μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Μέση Ανατολή και την νέα αύξηση στο ενεργειακό κόστος.
Ποια είναι όμως τα βασικά προβλήματα της Γερμανίας; Ένα πολύ μεγάλο είναι η Κίνα, η οποία από εκεί που αποτελούσε έναν προνομιακό εξαγωγικό προορισμό για τις γερμανικές βιομηχανίες όπως και παραγωγική βάση για αυτές, έχει γίνει βασικός ανταγωνιστής της στον εξαγωγικό τομέα σε όλο τον κόσμο. Στον δε τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, οι γερμανικές εταιρείες έχουν υποστεί καθίζηση πωλήσεων και κερδών στην Κίνα την στιγμή που οι κινεζικές επιχειρήσεις του τομέα κάνουν μία ισχυρή απόβαση στην Ευρώπη. Γενικά όμως η Κίνα, με την βιομηχανική πολιτική που ασκεί πιέζει όλες τις βιομηχανικές δυνάμεις στον κόσμο και η Γερμανία, ως μία από τις κορυφαίες, ταλαιπωρείται ήδη και απειλείται ακόμα περισσότερο.
Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα είναι το ενεργειακό κόστος, το οποίο είναι πολύ υψηλό από τότε που η Γερμανία εγκατέλειψε οικειοθελώς τα πυρηνικά και τον άνθρακα χωρίς να ετοιμάσει αξιόπιστες εναλλακτικές λύσεις για περιπτώσεις ανάγκης όπως αυτή που έχει ξεκινήσει από το 2022. Και είναι αρκετά επιβαρυμένο, όπως και για την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση, από τους πολύ αυστηρούς κανόνες και περιορισμούς στα πλαίσια της «πράσινης» ευρωπαϊκής πολιτικής. Το ζήτημα είναι πολύ σοβαρό και μάλιστα προ ημερών, στις 27 Ιουλίου, διαβάσαμε σε άρθρο του Bloomberg πως πολλές γερμανικές εταιρείες περιορίζουν τις επενδύσεις εντός της χώρας και στρέφονται σε άλλες χώρες.
Ο πρόεδρος της επιχειρηματικής οργάνωσης DHIK, παρουσιάζοντας μία ετήσια έκθεση σχετικά με την κατάσταση των επιχειρήσεων, υποστήριξε πως το υψηλό ενεργειακό κόστος δεν επιβαρύνουν απλώς τις τρέχουσες επιχειρηματικές δραστηριότητες αλλά εμποδίζουν τις περαιτέρω επενδύσεις. Ένα άλλο πρόβλημα για την Γερμανία και εμμέσως και για την υπόλοιπη Ευρώπη είναι η χαμηλή ταχύτητα των αλλαγών και μεταρρυθμίσεων που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση Μερτς, καθώς δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων.
Είναι αλήθεια πως τις τελευταίες εβδομάδες έχει γίνει κάποια πρόοδος, με το σχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού να δείχνει πως θα είναι δημοσιονομικά επεκτατικός και τις προτεινόμενες αλλαγές στο συνταξιοδοτικό σύστημα να κρίνονται πολύ θετικές από την επιχειρηματική ηγεσία της χώρας. Αυτά ακούγονται θετικά αλλά κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος πως θα προωθηθούν με την απαραίτητη ταχύτητα για να μπορέσουν γρήγορα να βοηθήσουν την αναζωογόνηση της γερμανικής βιομηχανίας. Και, προσθέτουμε εμείς, για να ωφελήσουν και την υπόλοιπη ευρωπαϊκή οικονομία που έχει χάσει την ορμή της σε σημαντικό βαθμό και εξαιτίας της γερμανικής στασιμότητας.
Όσο αυτά καθυστερούν, εκτός από την Γερμανία θα πλήττεται ολόκληρη η Ευρώπη και η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Εκτός αυτών όμως, η Γερμανία θα πρέπει να δει ίσως και λίγο διαφορετικά την συμπεριφορά της απέναντι στους εταίρους της, τουλάχιστον σε ορισμένους τομείς. Η πρόσφατη παρέμβαση του Γερμανού καγκελάριου Μερτς, ο οποίος ζήτησε την περικοπή του προϋπολογισμού της ΕΕ κατά περίπου 2%, δηλαδή μερικές εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ, θέτοντας αυτό σαν προϋπόθεση για την ταχεία έγκριση του προϋπολογισμού και την έγκαιρη έναρξη των νέων επενδυτικών προγραμμάτων της ΕΕ τον Ιανουάριο του 2028 δεν είναι σίγουρο πως θα βοηθήσει την ευρωπαϊκή οικονομία.
Ο καγκελάριος υποστηρίζει πως επιθυμεί την γρήγορη έγκριση του νέου επταετούς προϋπολογισμού προκειμένου αυτός να μην πέσει θύμα των πολλών εκλογικών αναμετρήσεων του 2027 αλλά η απαίτησή του για μεγάλες περικοπές στις δαπάνες ίσως μπλέξει τα πράγματα περισσότερο. Οι πληροφορίες του Bloomberg αναφέρουν πως η Ιρλανδική προεδρία της Ε.Ε. θα προσπαθήσει να πετύχει μία συμβιβαστική λύση αλλά αυτό δεν είναι και τόσο εύκολο.
Είναι λοιπόν η Γερμανία και πάλι, μετά από 20 περίπου χρόνια ο μεγάλος ασθενής της Ευρώπης; Από άποψη οικονομικής ανάπτυξης δεν υπάρχει αμφιβολία, όπως είδαμε νωρίτερα. Το ερώτημα είναι αν βλάπτει και την ευρωπαϊκή οικονομία. Και σε αυτό η απάντηση είναι μάλλον θετική καθώς η στασιμότητα σε ένα τόσο μεγάλο κομμάτι του ευρωπαϊκού ΑΕΠ σίγουρα λειτουργεί σαν βαρίδι και για τις υπόλοιπες χώρες. Όσο περισσότερο διαρκεί ο γερμανικός οικονομικός λήθαργος τόσο μεγαλώνει και ο κίνδυνος να κολλήσουν και άλλες χώρες την ίδια ασθένεια. Αν η Γερμανία κατορθώσει γρήγορα να βάλει μπροστά τις μεταρρυθμίσεις της, τόσο θα αυξάνονται οι πιθανότητες να απομακρυνθεί αυτός ο κίνδυνος, αρκεί βέβαια η ισχυρότερη χώρα της Ευρώπης να φροντίσει να μην βάζει «τρικλοποδιές» στους εταίρους της.

