Με ρωτούν συχνά, άνθρωποι τους οποίους δεν γνωρίζω, πώς πάνε τα πράγματα στην οικονομία. Το κάνουν με κάποια δόση ανησυχίας, Ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να δώσω μια καθαρή απάντηση, όπως είμαι σίγουρος ότι επιθυμούν. Γιατί η σωστή απάντηση είναι ότι η οικονομία πάει καλύτερα συγκριτικά με οιαδήποτε άλλη περίοδο από τότε που μπήκαμε στην Ευρωζώνη, με δύο σημαντικά προβλήματα.

Το ένα πρόβλημα είναι ότι οι αμοιβές που πραγματικά προσφέρει η οικονομία στους μισθωτούς, είναι χαμηλότερες από εκείνες που θα απαιτούσε μια βελτίωση του επιπέδου ζωής παρόμοια με εκείνη που ζήσαμε επί μια δεκαετία, μεταξύ 1999-2008.

Το άλλο πρόβλημα, που εξηγεί το προηγούμενο, είναι ότι οι τραπεζικές και άλλες πιστώσεις προς την οικονομική δραστηριότητα, τα νέα δάνεια δηλαδή, είναι λίγα, επιλεκτικά και, γενικότερα, δεν επαρκούν για να αυξήσουν ταχύτερα τον ατομικό πλούτο, να προσθέσουν δηλαδή νέα εισοδήματα στα ήδη υφιστάμενα,

Άρα, η απάντηση είναι πως ενώ πάμε καλά, δεν φαίνεται να έχουμε τις προϋποθέσεις να πάμε καλύτερα. Όμως, αυτό που χρειάζεται επειγόντως η χώρα είναι να τρέξουμε προς το καλύτερα. Το «πάμε καλά», δεν είναι αρκετό. Πρέπει να κινηθούμε πιο γρήγορα, προς περισσότερες κατευθύνσεις, εμβανθύνοντας τις ικανότητές μας εκεί που τα καταφέρνουμε καλύτερα.

Πανηγύρισε χθες -και καλά έκανε- η κυβέρνηση καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αφαίρεσε την Ελλάδα από τη λίστα των κρατών-μελών στις οποίες υπάρχουν Μακροοικονομικές Ανισορροπίες. Στη λίστα αυτή είχαμε μπει όταν ξέσπασε η δημοσιονομική κρίση, δηλαδή πριν 15 και κάτι χρόνια. Προφανώς, δεν έχουν άδικο οι Κ1 και Κ2 της κυβέρνησης να το υπογραμμίζουν θριαμβικά, αλλά, στην πράξη, η αναγνώριση των προσπαθειών που έχουν κάνει οι εργαζόμενοι μισθωτοί, οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και όσοι άλλοι χρειάστηκε να καταπονηθούν για να επιτύχουμε τη δημοσιονομική ισορροπία δεν αλλάζει την απουσία συνολικού δυναμισμού της οικονομίας.

Υπάρχει και κάτι σχεδόν ειρωνικό στην απόφαση αυτή της Επιτροπής αφού οι δύο άλλες χώρες που βγήκαν από την ίδια λίστα, είναι η Σουηδία και η Ολλανδία, ενώ παραμένουν υπ’ αυτή την επιτήρηση οι Ιταλία, Ουγγαρία, Σλοβακία και Ρουμανία, με την τελευταία να αντιμετωπίζει τρομακτικές ανισορροπίες.

Η Κομισιόν εξέδωσε ταυτόχρονα με άλλες εκθέσεις, την ειδική «Εις βάθος» έκθεσή της και για την Ελλάδα. Διατρέχοντας τις παρατηρήσεις που αραδιάζει σε αυτή την εξέταση, διαπιστώνει ότι πράγματι ενώ πάμε καλύτερα, δεν πάμε αρκετά καλά. Κρίνετε μόνοι σας από το βασικό περίγραμμα της Έκθεσης:

«Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από υψηλούς αλλά υποχωρούντες δείκτες δημόσιου και εξωτερικού χρέους, ενώ το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παραμένει υψηλό και η αναδιάρθρωση των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων εκτός του τραπεζικού τομέα παραμένει αργή.

Η συνετή δημοσιονομική πολιτική και η σταθερή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ έχουν στηρίξει την απότομη μείωση του δείκτη δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παρέμεινε υψηλό, περιορίζοντας έτσι τη βελτίωση της καθαρής διεθνούς επενδυτικής θέσης (NIIP). Η ισχυρή ανάκαμψη μετά την πανδημία συνοδεύτηκε από ταχεία αύξηση των θέσεων εργασίας, μειώνοντας το ποσοστό ανεργίας στα επίπεδα που παρατηρήθηκαν πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

Ωστόσο, τόσο το ονομαστικό όσο και το ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας είναι από τα υψηλότερα στην ΕΕ και το ποσοστό απασχόλησης είναι πολύ χαμηλότερο από το μέσο όρο της ΕΕ. Το Ελληνικό Πρόγραμμα Προστασίας Περιουσιακών Στοιχείων («Ηρακλής-κόκκινα δάνεια») έδωσε τη δυνατότητα στις τράπεζες να μεταβιβάσουν τα παλαιά μη εξυπηρετούμενα δάνειά τους (ΜΕΔ) και, ως εκ τούτου, να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους. Ωστόσο, η επίλυση των υπόλοιπων ΜΕΔ —τα οποία πλέον διαχειρίζονται σε μεγάλο βαθμό οι servicers— προχώρησε με αργούς ρυθμούς. Ως εκ τούτου, τα ΜΕΔ εξακολουθούν να αποτελούν τροχοπέδη για την οικονομία.

Συνολικά, χάρη στην αυξανόμενη συμμετοχή του εργατικού δυναμικού, την αύξηση των επενδύσεων και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, το αναπτυξιακό δυναμικό της Ελλάδας εκτιμάται ότι έχει αυξηθεί περαιτέρω. Ωστόσο, η ισχυρότερη αύξηση του ΑΕΠ θα διευκόλυνε την ταχύτερη μείωση του χρέους καθώς και τη μείωση του εισοδηματικού χάσματος έναντι της ΕΕ».

Είναι αυτό που σας έλεγα: τόσο-όσο, αλλά δεν είναι αρκετό. Αναρωτιέται κανείς αν υπάρχει σχέδιο όταν, σε λίγους μήνες, θα έχουν τελειώσει τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης (RFF). Δύο διαγράμματα, που συμπεριλαμβάνονται στην «Εις βάθος» Έκθεση υποστηρίζουν αυτόν τον προβληματισμό.

Το ένα (σελ. 13 διάγραμμα b) περιγράφει το βαθμό πολυπλοκότητας των ελληνικών εξαγωγών σε προϊόντα και υπηρεσίες (export complexity). Η χώρα μας βρίσκεται πολύ χαμηλά αν και σημειώνεται βελτίωση. Χρειάζεται πολύ ταχύτερη και μόνον η μεταποίηση, στη βιομηχανία και τον εξαγωγικό αγροτικό τομέα αλλά και η αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος μπορούν να το επιτύχουν.

Το άλλο στοιχείο (σελ. 13 διάγραμμα e) θυμίζει ότι επί δεκαπέντε χρόνια χάνουμε συνεχώς πόντους στην παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας. Και εδώ τα τελευταία χρόνια σημειώνεται βελτίωση, αλλά με βραδύτητα. Χονδρικά, το 2010 είχαμε φθάσει πολύ κοντά στην Ένωση, κυρίως επειδή αξιοποιήσαμε την είσοδο στο ευρώ και το τραπεζικό σύστημα χρηματοδότησε αφειδώς την προσπάθεια. Από τότε όμως άνοιξε μια μεγάλη ψαλίδα, σχεδόν τριάντα μονάδων.

Άρα, όταν συζητούμε για την οικονομία πρέπει να συμφωνήσουμε ότι τα πάντα πρέπει να περιστρέφονται γύρω από την παραγωγή νέου προϊόντος και να ξεχάσουμε τις αναδιανομές και άλλες επιδοτήσεις και κρατικές γαλαντομίες.

Τότε μόνον θα μπορέσουμε να πούμε ότι πάμε αρκετά καλά αλλά σίγουρα θα πάμε καλύτερα.

 

 



Πηγή

ΕλληνικήelΕλληνικήΕλληνική

Σύνδεση

Εγγραφή

Επαναφορά κωδικού

Πληκτρολογήστε το ψευδώνυμο ή την ηλ. διεύθυνσή σας και θα σας αποσταλεί σύνδεσμος να δημιουργήσετε νέο συνθηματικό.