Η πολιτική φράση είναι εύηχη, εύκολη και υπό προϋποθέσεις πολιτικά δύσκολα αμφισβητήσιμη: «Θα φορολογήσουμε τον μεγάλο πλούτο». Ο Αλέξης Τσίπρας την επανέφερε με ιδιαίτερη έμφαση, συνδέοντάς την με μειώσεις στη φορολογία της μισθωτής εργασίας (αν και ως πρωθυπουργός έπραξε το ακριβώς αντίθετο) και με τη διαβεβαίωση ότι δεν θα αυξηθεί «ούτε ένα ευρώ» η φορολογία της επιχειρηματικότητας και της μεσαίας τάξης.
Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με την αρχή. Είναι τι ακριβώς σημαίνει «μεγάλος πλούτος» και πόσα χρήματα πρόκειται να εισπράξει το Δημόσιο.
Και εδώ αρχίζουν τα προβλήματα.
Ένας πολιτικός που έχει επεξεργαστεί πραγματικά μια φορολογική πρόταση θα πρέπει να γνωρίζει, έστω κατά προσέγγιση, τη φορολογική βάση στην οποία απευθύνεται. Πόσοι είναι οι φορολογούμενοι με καθαρή περιουσία άνω των 5 εκατ. ευρώ; Πόσοι άνω των 10 εκατ.; Πόσοι άνω των 50 εκατ.; Ποια είναι η συνολική περιουσία αυτών των ανθρώπων; Ποιο τμήμα της είναι ακίνητα, ποιο εισηγμένες μετοχές, ποιο συμμετοχές σε μη εισηγμένες επιχειρήσεις και ποιο χρηματοοικονομικά διαθέσιμα;
Χωρίς αυτές τις απαντήσεις δεν υπάρχει τρόπος να αξιολογηθεί η πρόταση.
Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα. Εάν η φορολογητέα περιουσία άνω ενός συγκεκριμένου ορίου είναι 60 δισ. ευρώ, φόρος 0,5% θα απέδιδε θεωρητικά 300 εκατ. ευρώ. Με συντελεστή 1%, το ποσό θα γινόταν 600 εκατ. ευρώ. Με 2%, 1,2 δισ. ευρώ. Πρόκειται για τεράστια διαφορά. Και μιλάμε ακόμη για θεωρητικά έσοδα, πριν υπολογιστούν απαλλαγές, χρέη, αποτιμήσεις, φορολογική συμμόρφωση.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι ακόμη σημαντικότερο: τι θεωρείται περιουσία;
Ένας επιχειρηματίας μπορεί να έχει εταιρεία αξίας 50 εκατ. ευρώ, χωρίς να διαθέτει προσωπικά 50 εκατ. ευρώ σε καταθέσεις. Αν η συμμετοχή του στην εταιρεία αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του, θα φορολογηθεί; Και αν ναι, πώς θα αποτιμηθεί μια μη εισηγμένη επιχείρηση; Με βάση τον ισολογισμό; τα κέρδη; τις μελλοντικές ταμειακές ροές; κάποια ανεξάρτητη αποτίμηση;
Αυτά δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες αλλά η ίδια η ουσία της φορολογικής πολιτικής.
Υπάρχει, επίσης, το ζήτημα της μεσαίας τάξης. Αν το όριο τεθεί πολύ χαμηλά, για παράδειγμα στα 1-2 εκατ. ευρώ, μπορεί να συμπεριλάβει ανθρώπους των οποίων το μεγαλύτερο περιουσιακό στοιχείο είναι η κατοικία τους και ένα δεύτερο ακίνητο. Αν τεθεί στα 10, 20 ή 50 εκατ. ευρώ, τότε πράγματι περιορίζεται σε μια πολύ μικρή ομάδα πολύ εύπορων πολιτών. Η επιλογή του ορίου επομένως καθορίζει και το ποιοι πραγματικά θα πληρώσουν.
Γι’ αυτό προκαλεί απορία η στάση της κυβέρνησης αλλά και του ΠΑΣΟΚ.
Η Νέα Δημοκρατία θα μπορούσε να κάνει μια εξαιρετικά απλή και πολιτικά αποτελεσματική κίνηση: να συμφωνήσει κατ’ αρχήν ότι η φορολογική δικαιοσύνη είναι θεμιτός στόχος και να ζητήσει από τον κ. Τσίπρα αριθμούς.
«Ποιο είναι το όριο; Ποια είναι η φορολογική βάση; Πόσους αφορά; Ποιος είναι ο συντελεστής; Πόσα έσοδα θα εισπράξετε;»
Γιατί δεν το κάνει με μεγαλύτερη ένταση; Η Νέα Δημοκρατία ίσως δεν θέλει να εμφανιστεί ότι πολιτικά υπερασπίζεται τους πολύ πλούσιους απέναντι σε μια πρόταση που, ως σύνθημα, διαθέτει ενδεχομένως μεγάλη κοινωνική απήχηση. Και λέω ενδεχομένως διότι τουλάχιστον μια σημαντική μερίδα του πληθυσμού έχει πειστεί ότι το ζητούμενο είναι η παραγωγή πλούτου και όχι η φορολόγηση. Όμως η ΝΔ με αυτόν τον τρόπο (μη) αντιδρώντας αφήνει τον πολιτικό της αντίπαλο να καθορίζει μόνος του την ατζέντα. Αντί να μετατρέψει τη συζήτηση από το «φορολογούμε τους πλούσιους» στο «πόσα ακριβώς θα εισπράξετε και από ποιούς;», παραμένει σε μια αμυντική αντιπαράθεση.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απορία για το ΠΑΣΟΚ. Ως άμεσος ανταγωνιστής του Τσίπρα στον χώρο της κεντροαριστεράς, θα έπρεπε να είναι εκείνο που θα απαιτούσε πρώτα απ’ όλους συγκεκριμένο σχέδιο φορολογικής δικαιοσύνης. Το ΠΑΣΟΚ έχει μιλήσει για φορολογική δικαιοσύνη και νέες πηγές εσόδων και έχει καταθέσει επιμέρους προτάσεις, μεταξύ άλλων για τη φορολόγηση τραπεζικών κερδών και τη φορολογία μερισμάτων. Όμως άλλο επιμέρους φορολογικές παρεμβάσεις και άλλο ένας συγκεκριμένος φόρος καθαρής μεγάλης περιουσίας.
Το αποτέλεσμα είναι ο μεν κ. Τσίπρας να έχει σήμερα ένα εύληπτο πολιτικό μήνυμα, οι δε αντίπαλοί του για κάποιον ανεξήγητο λόγο να μην τον υποχρεώνουν να το μετατρέψει σε αριθμητικό σχέδιο.
Όμως η συζήτηση για τη φορολογική δικαιοσύνη είναι πολύ σοβαρή για να εξαντλείται σε συνθήματα.
Η πρόταση του κ. Τσίπρα, επιχειρεί να συνδυάσει: λιγότερη επιβάρυνση της εργασίας και της επιχειρηματικότητας, μεγαλύτερη επιβάρυνση του συσσωρευμένου πλούτου.
Όμως η διαφορά μεταξύ πολιτικού συνθήματος και πολιτικής πρότασης είναι χαώδης.
Αν ο κ. Τσίπρας θέλει να αποδείξει ότι δεν πρόκειται απλώς για ένα μήνυμα προσέλκυσης του αριστερού ακροατηρίου, ας παρουσιάσει έναν πίνακα:
Όριο περιουσίας – αριθμός φορολογουμένων – συνολική φορολογητέα βάση – φορολογικός συντελεστής – αναμενόμενα έσοδα.
Τότε θα μπορέσουμε όλοι να κρίνουμε.
Μέχρι να εμφανιστούν αυτοί οι αριθμοί, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι η φράση «θα φορολογήσουμε τον μεγάλο πλούτο» παραμένει περισσότερο πολιτικό σύνθημα προς άγραν ψηφοφόρων με κοντή μνήμη, παρά ολοκληρωμένη οικονομική πρόταση.
Και το γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ δεν τον πιέζουν αποφασιστικά να παρουσιάσει αυτούς ακριβώς τους αριθμούς είναι ίσως το πιο ανεξήγητο στοιχείο της σημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης. Αντί να φοβούνται το σύνθημα, θα έπρεπε να ζητούν επίμονα το σχέδιο, τη φορολογική βάση και την κοστολόγηση.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, στη φορολογία, όπως και στην οικονομία γενικότερα πρέπει να ξέρουμε ποιον θέλεις να φορολογήσεις, πόσο θέλεις να τον φορολογήσεις, πώς θα τον φορολογήσεις και τελικώς πόσα και εντός πόσου χρόνου υπολογίζεις ότι θα τα εισπράξεις.
Και μετά μπαίνουμε στο δεύτερο κεφάλαιο. Να περιγράψεις λεπτομερώς πως θα κατανείμεις αυτά τα επί πλέον συγκεκριμένα που θα εισπράξεις.
* Ο Βασίλειος Κοζομπόλης είναι καθηγητής Οφθαλμολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών

