Γράφει ο Mujtaba Rahman
Οι Γάλλοι έχουν μια έκφραση: “un engrenage” – μια φαύλη σπείρα. Σε μια τέτοια κατάσταση βρίσκεται η Γαλλία. Οι κρίσεις που γνωρίζει σήμερα η χώρα “ζυμώθηκαν” για πολλά χρόνια και πλέον η καθεμία απειλεί να ενισχύσει τις υπόλοιπες.
Η πρώτη είναι μια κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η άκρα δεξιά ενδέχεται να αναλάβει την εξουσία στις προεδρικές εκλογές της ερχόμενης άνοιξης. Η δεύτερη είναι μια κρίση δημοσιονομικής κακοδιαχείρισης. Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας έχει φτάσει στο επίπεδο-ρεκόρ των 4 τρισ. δολ. με το κόστος του νέου κρατικού δανεισμού να ξεπερνά πλέον εκείνο της Ιταλίας και της Ελλάδας. Η τρίτη είναι μια κρίση απογοήτευσης των νέων. Οι Γάλλοι μαθητές, διαμαρτυρόμενοι για τις ερειπωμένες σχολικές εγκαταστάσεις και τις λίγες ευκαιρίες που τους δίνονται για κάτι καλύτερο στη ζωή, έχουν αποκλείσει σχεδόν τα μισά λύκεια της χώρας τις τελευταίες εβδομάδες.
Στις συγκρούσεις τους με την αστυνομία, και υψώνοντας πανό με μηνύματα που εμπνέουν, οι μαθητές συγκέντρωσαν πάνω τους το βλέμμα όλου του κόσμου. Οι διαδηλώσεις είναι, αναμφίβολα, δραματικές και σημαντικές. Το ίδιο ισχύει και για την άνοδο της άκρας δεξιάς. Ωστόσο, η δημοσιονομική κρίση είναι η πιο επικίνδυνη, καθώς αποτελεί τη ρίζα πολλών από τα δεινά της χώρας και απειλεί να την οδηγήσει στην καταστροφή. Η Γαλλία, πράγματι, βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού.
Οι μαθητικές κινητοποιήσεις ξεκίνησαν στα φτωχά προάστια του Παρισιού στα μέσα Σεπτεμβρίου. Έχουν πλέον εξαπλωθεί σε δημόσια σχολεία σε κάθε περιφέρεια της χώρας, από τις μεγάλες πόλεις μέχρι τις επαρχιακές κωμοπόλεις. Οι νέοι ηλικίας 15 έως 18 ετών εξεγείρονται ενάντια στα εξαντλητικά ωράρια, τα πολυπληθή τμήματα, τις συχνές απουσίες εκπαιδευτικών και τα σχολικά κτίρια που καταρρέουν. Παράλληλα, ανησυχούν για την κλιματική αλλαγή, την άνοδο της άκρας δεξιάς και την απειλή που συνιστά η τεχνητή νοημοσύνη στις θέσεις εργασίας τους. Στο επίκεντρο των παραπόνων τους βρίσκεται η χρόνια υποχρηματοδότηση.
Πρόκειται για ένα είδος γρίφου. Άλλωστε, το γαλλικό κράτος δαπανά τεράστια ποσά στην εκπαίδευση: περίπου 100 δισ. δολ. ετησίως -ή το 5,1% του ΑΕΠ- ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τι συμβαίνει, λοιπόν; Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι περισσότερο από το ένα τέταρτο αυτών των χρημάτων δεν πηγαίνει στους νέους, αλλά στους μεγαλύτερους σε ηλικία, καλύπτοντας τις συντάξεις των εκπαιδευτικών. Αυτό υποδεικνύει μία από τις βαθύτερες αιτίες των προβλημάτων της χώρας. Περίπου το ένα τέταρτο των συνολικών κρατικών δαπανών κατευθύνεται στις συντάξεις, ενώ άλλο ένα τέταρτο αφορά τις κοινωνικές υπηρεσίες, από την υγειονομική περίθαλψη έως τα επιδόματα ανεργίας.
Καμία γαλλική κυβέρνηση δεν έχει επιτύχει ισοσκελισμένο προϋπολογισμό εδώ και 52 χρόνια. Παρόλα αυτά, το γαλλικό χρέος —το οποίο έχει φτάσει το 119% του ΑΕΠ— παραμένει χαμηλότερο από εκείνο ορισμένων άλλων χωρών, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ. Μόλις το 2019, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν κατάφερε να περιορίσει το ετήσιο έλλειμμα εντός του στόχου της Ε.Ε., δηλαδή στο 3% του ΑΕΠ.
Στη συνέχεια ήρθε η πανδημία. Η δέσμευση του Μακρόν να δαπανήσει “ότι χρειαστεί” προκειμένου να διατηρήσει τη γαλλική οικονομία ζωντανή κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού, οδήγησε σε εκτίναξη του ελλείμματος στο 9,2% του ΑΕΠ το 2020. Το συσσωρευμένο χρέος αυξήθηκε κατά 335 δισ. δολ. μέσα σε ένα έτος. Στη συνέχεια, η Γαλλία κινήθηκε με πιο αργούς ρυθμούς σε σχέση με άλλες χώρες της Ε.Ε. όσον αφορά την απόσυρση των επιδοτήσεων που είχαν δοθεί λόγω της πανδημίας. Επιπλέον, η κυβέρνηση διέθεσε 95 δισ. δολ. για να προστατεύσει τη χώρα από την άνοδο των τιμών της ενέργειας, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Μετά από αυτό, ο Μακρόν έχασε τον έλεγχο. Επανεξελέγη το 2022, αλλά απέτυχε να εξασφαλίσει πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση. Το 2023 επέβαλε μια μετριοπαθή συνταξιοδοτική μεταρρύθμισή, αυξάνοντας σταδιακά το επίσημο όριο συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη. Υποστήριξε —ορθώς— ότι η Γαλλία έπρεπε να εργάζεται περισσότερο, ώστε να μπορεί να χρηματοδοτεί το γενναιόδωρο σύστημα συντάξεων και κοινωνικής πρόνοιας. Ωστόσο, πάνω από το 70% των Γάλλων διαφώνησε, ορισμένοι μάλιστα με βίαιο τρόπο.
Ως απάντηση, ο Μακρόν προκήρυξε πρόωρες εκλογές το 2024 -μια αμφιλεγόμενη κίνηση- οι οποίες περιόρισαν περαιτέρω τη δύναμη του κεντρώου συνασπισμού του. Έκτοτε, δύο πρωθυπουργοί πρότειναν λύσεις για τις υπερβολικές δαπάνες του γαλλικού προϋπολογισμού. Και οι δύο απομακρύνθηκαν από την πλειοψηφία των βουλευτών της Αριστεράς και της Άκρας Δεξιάς στην Εθνοσυνέλευση. Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο μίγμα αδιεξόδου και χάους.
Ο Μακρόν φέρει μέρος της ευθύνης για αυτή την κατάσταση. Το ίδιο ισχύει και για την αντιπολίτευση, από την ακροαριστερή “Ανυπότακτη Γαλλία” έως τον ακροδεξιό “Εθνικό Συναγερμό” της Μαρίν Λεπέν. Προτίμησαν να επιδοθούν σε πολιτικά παιχνίδια αντί να αντιμετωπίσουν την επερχόμενη δημοσιονομική καταστροφή – και συγκεκριμένα το δυσβάσταχτο βάρος των συντάξεων και άλλων κοινωνικών παροχών. Το Φεβρουάριο, οι κεντροαριστεροί Σοσιαλιστές επέτρεψαν την έγκριση του προϋπολογισμού για το τρέχον έτος, αλλά με αντάλλαγμα την αναστολή της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης του Μακρόν.
Ο νυν πρωθυπουργός, Σεμπαστιέν Λεκορνί, πρότεινε αλλαγές στον προϋπολογισμό του 2027 —μέτρα επώδυνα, αλλά όχι υπερβολικά αυστηρά— τα οποία θα περιόριζαν το έλλειμμα στο 5% του ΑΕΠ. Εάν η κυβέρνησή του αποτύχει να περάσει τον προϋπολογισμό, το κόστος εξυπηρέτησης του γαλλικού χρέους ενδέχεται να εκτοξευθεί. Η Γαλλία ίσως αναγκαστεί να ζητήσει βοήθεια από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και να απευθυνθεί στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα — μια ταπεινωτική εξέλιξη για την έβδομη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Η Γαλλία παραμένει, από πολλές απόψεις, μια εύρωστη και πλούσια χώρα. Ωστόσο, η δυσπιστία των αγορών απέναντί της δεν είναι τόσο οικονομικής, όσο πολιτικής φύσεως. Οι αγορές αμφιβάλλουν αν ένα πολιτικό σύστημα, το οποίο είναι τοξικά κατακερματισμένο και κυριαρχείται ολοένα και περισσότερο από τα άκρα της Δεξιάς και της Αριστεράς, θα μπορέσει κάποτε να καταλήξει σε συμφωνία όσον αφορά τις επώδυνες αλλαγές που απαιτούνται για να επανέλθουν τα δημόσια οικονομικά σε τροχιά εξυγίανσης. Φοβούνται ότι η χώρα καθίσταται κοινωνικά ασταθής και θεσμικά “παράλυτη”. Αυτό εξηγεί την απόσυρση της εμπιστοσύνης, η οποία έχει εκτινάξει το κόστος δανεισμού της Γαλλίας στα ύψη.
Δεν υπάρχει εύκολη διέξοδος. Όποιος και αν κερδίσει τις προεδρικές εκλογές του Μαΐου, θα δυσκολευτεί να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία στις βουλευτικές εκλογές που ακολουθούν τον Ιούνιο, γεγονός που προμηνύει περαιτέρω πολιτική αναταραχή. Επιπλέον, πολλοί αμφιβάλλουν για το κατά πόσο η Λεπέν —η οποία προηγείται αυτή τη στιγμή στην κούρσα— είναι διατεθειμένη να αντιμετωπίσει την κρίση με ειλικρίνεια. Πρόσφατα παρουσίασε ένα πενταετές δημοσιονομικό σχέδιο, το οποίο ήταν γεμάτο ιδεολογικές εμμονές και “δημιουργική λογιστική”.
Από την άλλη πλευρά, η Λεπέν γνωρίζει ότι οι αγορές μπορούν είτε να στηρίξουν είτε να υπονομεύσουν την προεδρία της. Θέλει να αποδείξει ότι διαθέτει ηγετικές ικανότητες και δεν λειτουργεί ως δύναμη καταστροφής. Έχοντας αυτό κατά νου, είναι πιθανό να δώσει εντολή στην κοινοβουλευτική της ομάδα —που αριθμεί 139 βουλευτές— να μην συμμετάσχει στη ψηφοφορία, επιτρέποντας έτσι την έγκριση του προϋπολογισμού. Αυτό ίσως αποτρέψει, τουλάχιστον προς το παρόν, μια κατάρρευση ανάλογη με εκείνη που βίωσε η Ελλάδα μετά τη χρηματοοικονομική κρίση. Ωστόσο, η Γαλλία δεν ελέγχει πλέον τη μοίρα της. Το “l’engrenage” —αυτή η φαύλη σπείρα— ήρθε για να μείνει.
Ο Mujtaba Rahman είναι επικεφαλής για την Ευρώπη στον όμιλο Eurasia Group και ανώτερος επισκέπτης ερευνητής στο London School of Economics.
© 2026 Διατίθεται από το “The New York Times Licensing Group”

