There are lawsuits involving business disputes, family conflicts or both. There are lawsuits attempting to turn personal conflicts into geopolitical issues. And there's his case. Alki David, which is in itself a category of its own.
Greek-British businessman Alkis David, heir of the Leventis family who built huge fortunes with Coca-Cola and has long been one of the most eccentric figures of the international business world, testified before him Supreme Court of Antigua – Barbuda a lawsuit of such extent and peculiarity that the court itself ended up describing it too extensive as an arrest and rejecting it.
1
In fact, it is one of those cases where the judicial language becomes as kind as it can, in order to describe something extremely unusual, if not unprecedented.
Because when in an application there are Disney, Paramount, JPMorgan, famous American lawyers, California judges, Antigua politicians, and a billion dollar coal rights plan, then the result reminds of less conventional business difference and more of a global map of alleged conspiracy.
The «green» 8 billion dollar coral and sea prairie project
At the heart of David's lawsuit against all those responsible - i.e. against the global status quo - a giant environmental project was found, which he presents as an economic plan national significance for Antigua and Barbuda.
In particular, David through the SwissX Sovereign Wealth Fund and in collaboration with the country's government, had developed a program to restore coral reefs and marine meadows around 113 million acres .
Even more impressive is the economic size that David is citing, as he claims the project had annual carbon capture capability approximately 17 to 19 million metric tonnes, value 8 billion dollars per year through carbon emissions trading. And for the next 50 years a job worth $400 billion! Hey!
So far, the case looks like an over-ambitious green investment initiative. However, the sequel turns out to be a - judged by the result failed - attempt to transform a business wreck into conspiracy theory.
David in his lawsuit before the Supreme Court of Antigua Barbuda does not merely argue that he failed business or clashed with competitors. It essentially argues that around the project was organized an international extermination operation with the aim of destroying himself, his companies and what he calls «Carbon credits dominance» Antigua.
In short, it attempts to turn a business dispute into a state sovereignty case.

From Disney and Sony to JPMorgan and California judges: Who David Blames
Seeing who the lawsuit is against, it becomes clear that the businessman wanted to blame the global system almost together for the failure of his operation.
Among the first plaintiffs appear David Boies and Gloria Allred, two of her best known names American law. Next to them are Michael Avenatti and Tom Girardi, persons who have repeatedly engaged in publicity in the US due to many cases and scandals.
The application refers to «Collusion between lawyers, banks, groups media and political actors», with David attempting to present all these combat lawyers as part of a weaponized regulation, i.e. a coordinated use of the judicial system as an extermination tool.
So, they appear as defendants and Paramount, CBS, Disney, NBCUniversal, Fox, Sony, Warner Music and other media industry giants, along with Shari Redstone and leading executives of the American entertainment industry. David's claim is that they were involved in an organized defamatory campaign against him through publications and public exposure.
Και ενώ ήδη όλο αυτό μοιάζει τουλάχιστον αλλόκοτο, ο κύκλος των εναγομένων ανοίγει ακόμη περισσότερο και προκαλεί ερωτηματικά για το ποιος δικηγόρος δέχθηκε να συντάξει τέτοια αγωγή, αφού αυτή στρέφεται και κατά τραπεζών (και των CEOs τους), όπως η JPMorgan, η HSBC, η Deutsche Bank, η Citibank, η Bank of America και η UBS, μαζί με κορυφαίους τραπεζίτες όπως ο Jamie Dimon και η Jane Fraser.
Στην αγωγή περιλαμβάνονται, επίσης, πολιτικά πρόσωπα της Αντίγκουα Μπαρμπούντα και στελέχη του αντιπολιτευόμενου United Progressive Party (UPP), με τον Δαυίδ να αφήνει να εννοηθεί ότι ακόμη και εσωτερικοί πολιτικοί μηχανισμοί στην Αντίγκουα λειτούργησαν συντονισμένα για την υπονόμευση των projects του. Οπότε, το αφήγημα της αγωγής δεν περιορίζεται σε μια επιχειρηματική ή δικαστική σύγκρουση, αλλά επεκτείνεται πλέον και στο πολιτικό πεδίο.
Και σαν να μην ήταν ήδη αρκετά παράδοξο το σκηνικό, στη λίστα εμφανίζονται ακόμη και δικαστές του Ανώτερου Δικαστηρίου του Λος Άντζελες (Los Angeles Superior Court), του Εφετείου της Καλιφόρνιας (California Court of Appeal) και του οργανισμόυ διαιτησίας JAMS Arbitration.
Διαβάζοντας, μάλιστα, και τις κατηγορίες που επικαλείται ο Δαυίδ, γεννιέται το εύλογο ερώτημα αν πρόκειται για μια πραγματική νομική διαφορά ή μια αφήγηση στην οποία σχεδόν κάθε ισχυρός θεσμός που ήρθε σε σύγκρουση με τον επιχειρηματία εντάσσεται τελικά σε ένα ενιαίο σχέδιο δίωξής του.
Οι κατηγορίες και η παγκόσμια συνωμοσία
Η ίδια η νομική βάση της αγωγής ακολουθεί ακριβώς αυτή τη λογική.
Η αφετηρία είναι η δυσφήμηση, με το δικόγραφο να κάνει λόγο για «δημοσίευση ψευδών και επιζήμιων δηλώσεων παγκοσμίως». Ο Δαυίδ υποστηρίζει ουσιαστικά ότι η δημόσια εικόνα του καταστράφηκε μέσα από συντονισμένες επιθέσεις και ότι η δυσφήμηση αυτή είχε άμεσες οικονομικές συνέπειες στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες.
Όμως η αγωγή δεν μένει στην κλασική λογική μιας αγωγής αποζημίωσης λόγω δυσφήμησης, αλλά μετατρέπεται σε κάτι πολύ ευρύτερο. Ο πυρήνας της αγωγής είναι η κατηγορία περί συνωμοσίας (civil conspiracy όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά). Ο Δαυίδ επιχειρεί να ενώσει σε ένα ενιαίο αφήγημα δικηγόρους, μιντιάρχες, τραπεζικά ιδρύματα, πολιτικούς και ακόμη και δικαστικούς θεσμούς, παρουσιάζοντάς τους ως μέρη ενός κοινού μηχανισμού που λειτουργούσε συντονισμένα εναντίον του.
Στη συνέχεια επικαλείται ως κατηγορία την παράνομη παρέμβαση σε επιχειρηματικές σχέσεις και συμφωνίες λόγω «παρεμπόδισης κυριαρχικών συμφωνιών και projects εμπορίας δικαιωμάτων άνθρακα». Η λογική εδώ είναι ότι οι εναγόμενοι κατηγορούνται ότι υπονόμευσαν στρατηγικές συμφωνίες και χρηματοδοτήσεις, ώστε να καταρρεύσει το project.
Η κορύφωση, όμως, της παράδοξης επιχειρηματολογίας έρχεται με την τελευταία κατηγορία, την υποτιθέμενη «παραβίαση των κυριαρχικών οικονομικών δικαιωμάτων της Αντίγκουα», με την υπόθεση να αποκτά γεωπολιτική διάσταση. Ο Δαυίδ επιχειρεί ουσιαστικά να παρουσιάσει την υπονόμευση των carbon-credit projects όχι μόνο ως επίθεση στον ίδιο, αλλά και ως επίθεση στην ίδια την οικονομική κυριαρχία της Αντίγκουα.
Και μάλλον αυτό ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της υπομονής του δικαστηρίου.
Πώς το δικαστήριο αποδόμησε την αγωγή
Το Ανώτατο Δικαστήριο της Αντίγκουα δεν μπήκε καν στην ουσία των καταγγελιών. Το πρώτο πράγμα που εξέτασε ήταν αν έχει καν αρμοδιότητα να δικάσει μια τόσο αχανή και διεθνοποιημένη υπόθεση.
Και, όπως ήταν αναμενόμενο, κατέληξε ότι δεν έχει, σημειώνοντας ότι «κανένας από τους εναγομένους δεν φαίνεται να κατοικεί εντός της δικαιοδοσίας και οι περισσότερες από τις καταγγελίες φαίνεται να αφορούν πράξεις που συνέβησαν εκτός Αντίγκουα και Μπαρμπούντα».
Πέρα, όμως, από τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, η αγωγή απορρίφθηκε και για έναν πολύ ουσιαστικότερο λόγο, κυρίως εξαιτίας της δομής και του περιεχομένου της, αφού θεωρήθηκε «ευρεία ως προς τη σύλληψη, διάχυτη ως προς τη μορφή και στραμμένη εναντίον μεγάλου αριθμού αλλοδαπών προσώπων και οντοτήτων».
Πρόκειται για εξαιρετικά προσεκτική δικανική γλώσσα, η οποία όμως στην πράξη λέει κάτι αρκετά σαφές. Ότι το δικόγραφο έμοιαζε περισσότερο με χαοτική θεωρία διεθνούς συνωμοσίας παρά με συνεκτική και συγκεκριμένη νομική αξίωση.
Πράγματι, το δικαστήριο είδε μια αγωγή που ανέπτυσσε γλαφυρά μια διεθνή θεωρία συνωμοσίας του συστήματος κατά ενός συγκεκριμένου επιχειρηματία, οπότε δεν είχε άλλη επιλογή πέρα από το να αμφισβητήσει ότι υπήρχε επαρκής και συγκεκριμένη νομική βάση.
Τελικά, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της υπόθεσης δεν είναι ούτε το φιλόδοξο project των carbon credits ούτε τα δισεκατομμύρια δολάρια που επικαλείται ο Άλκης Δαυίδ. Είναι το γεγονός ότι η αγωγή μοιάζει να μετατρέπει κάθε πρόσωπο, θεσμό ή οργανισμό που συγκρούστηκε μαζί του σε μέρος ενός ενιαίου παγκόσμιου σχεδίου δίωξής του. Γι’ αυτό η απόφαση του δικαστηρίου αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι μόνο νομικό αλλά κοινωνιολογικό. Γιατί πίσω από την αυστηρή και προσεκτική γλώσσα της απόφασης, διακρίνεται ξεκάθαρα η αμηχανία ενός δικαστηρίου που βρέθηκε μπροστά όχι σε μια συνηθισμένη επιχειρηματική διαφορά, αλλά σε ένα αφήγημα όπου η πραγματικότητα, η επιχειρηματική αποτυχία και η θεωρία συνωμοσίας μπλέκονται επικίνδυνα μεταξύ τους.
Ποιος είναι ο Αλκης Δαυίδ
Ο Άλκης Δαυίδ είναι ίσως ο πιο εκκεντρικός και αμφιλεγόμενος γόνος της γνωστής επιχειρηματικής οικογένειας, της δυναστείας που συνδέθηκε επί δεκαετίες με την εμφιάλωση της The Coca-Cola Company στην Αφρική μέσω του ομίλου Leventis-David. Στον διεθνή Τύπο συχνά τον αποκαλούν «Mr Coca-Cola», αν και ο ίδιος προσπάθησε να χτίσει προφίλ πέρα από το οικογενειακό brand: επιχειρηματίας τεχνολογίας, παραγωγός, ηθοποιός, media personality και provocateur των social media.
Γεννημένος στο Λάγος της Νιγηρίας, με κυπριακές και ελληνικές ρίζες, μεγάλωσε ανάμεσα σε Αφρική, Κύπρο και Λονδίνο. Η περιουσία του συνδέθηκε με τη βιομηχανία αναψυκτικών, αλλά εκείνος στράφηκε κυρίως στα media και την τεχνολογία. Ίδρυσε πλατφόρμες streaming και online broadcasting, επένδυσε σε startups και ασχολήθηκε με την παραγωγή κινηματογραφικών projects, ενώ πέρασε και από μικρούς ρόλους στο Χόλιγουντ. Στο διαδίκτυο έγινε γνωστός για τις υπερβολικές εμφανίσεις, τις εξωφρενικές αγορές, τα πάρτι, τα βίντεο με όπλα, supercars, κάνναβη και μια γενικότερη εικόνα «bad billionaire».

Οι πιο σοβαρές υποθέσεις που τον ακολούθησαν ήταν οι δικαστικές διαμάχες στις ΗΠΑ για σεξουαλική παρενόχληση και εργασιακή κακοποίηση. Πρώην εργαζόμενές του τον κατηγόρησαν για προσβλητική συμπεριφορά, άσεμνα μηνύματα και τοξικό εργασιακό περιβάλλον. Ο ίδιος αρνήθηκε τις κατηγορίες, όμως δικαστικές αποφάσεις και συμβιβασμοί του κόστισαν δεκάδες εκατομμύρια δολάρια.
Η πρώτη μεγάλη δημόσια «έκρηξη» ήρθε το 2019, όταν δικαστήριο του Λος Άντζελες επιδίκασε περίπου 11 εκατ. δολάρια σε πρώην εργαζόμενή του για σεξουαλική παρενόχληση και εκδικητική απόλυση. Η γυναίκα κατέθεσε ότι ο Δαυίδ είχε δημιουργήσει περιβάλλον συνεχούς σεξουαλικής πίεσης, με άσεμνα σχόλια, αγγίγματα και εξευτελισμούς, ενώ την απέλυσε όταν δεν ανταποκρίθηκε. Το Mononews τότε τον περιέγραφε σαν «φακίρη διαδικτυακών εντυπώσεων» που μετέτρεπε τη ζωή του σε δημόσιο θέαμα.
Η υπόθεση που τον διέλυσε οικονομικά και επικοινωνιακά ήταν εκείνη της Lauren Reeves. Η Reeves εργαζόταν στη FilmOn και κατηγόρησε τον Δαυίδ για επαναλαμβανόμενη κακοποιητική συμπεριφορά: ότι την άρπαζε από τον λαιμό, την εξανάγκαζε σε σεξουαλικές πράξεις και λειτουργούσε σαν να ήταν απλησίαστος λόγω πλούτου και ισχύος. Το δικαστήριο στην Καλιφόρνια επιδίκασε αποζημίωση δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων εις βάρος του.
Το 2024 το Mononews ανέφερε ρεπορτάζ από τους Los Angeles Times για νέα απόφαση-μαμούθ: Περίπου 900 εκατ. δολάρια αποζημίωση σε γυναίκα που τον κατηγόρησε για βιασμό και σεξουαλικές επιθέσεις σε βάθος τριετίας. Η καταγγελία περιλάμβανε ισχυρισμούς ότι ο Δαυίδ χρησιμοποιούσε ναρκωτικές ουσίες ή προϊόντα CBD για να αποπροσανατολίζει τα θύματα, ενώ σε μία από τις πιο ακραίες περιγραφές φέρεται να έγινε επίθεση παρουσία ντόμπερμαν.
Αυτές οι υποθέσεις είχαν άμεση επίπτωση και στην περιουσία του, καθώς πιστωτές κινήθηκαν εναντίον ακινήτων του.
Ο τσακωμός για το σπίτι στις Σπέτσες
Η πιο πολυσυζητημένη ελληνική ιστορία ήταν η βίλα του στις Σπέτσες. Το σπίτι θεωρούνταν ένα από τα πιο εμβληματικά ακίνητα του νησιού: Μεγάλη παραθαλάσσια ιδιοκτησία στην περιοχή Παναγιά Αρμάτα, κοντά στο Παλιό Λιμάνι, με πολλαπλά κτίρια και πισίνα. Το ακίνητο βγήκε σε πλειστηριασμό εξαιτίας αμερικανικών δικαστικών απαιτήσεων και τελικά πουλήθηκε το 2023 για περίπου 13,1 εκατ. ευρώ, πολύ πάνω από την τιμή εκκίνησης.
Το στοιχείο που έκανε την υπόθεση οικογενειακό θρίλερ ήταν ότι αγοραστής εμφανίστηκε συγγενικό του πρόσωπο, ο επιχειρηματίας Χρήστος Λεβέντης. Ο Άλκης Δαυίδ ξέσπασε δημόσια, λέγοντας ότι ο ξάδερφός του «του άρπαξε ύπουλα το σπίτι» και ότι προσπαθούσε χρόνια να αποκτήσει τη βίλα. Δήλωσε μάλιστα ότι θα κινηθεί δικαστικά για να την πάρει πίσω.
Οι Σπέτσες είχαν σχεδόν συμβολική σημασία για τον ίδιο. Εκεί περνούσε μεγάλα διαστήματα από παιδί, εκεί έκανε οικογενειακές διακοπές, ενώ το σπίτι λειτουργούσε σαν προσωπικό «καταφύγιο» μακριά από τη ζωή του σε Λονδίνο, Λος Άντζελες και Καραϊβική. Η βίλα είχε φιλοξενήσει celebrity parties, φωτογραφίσεις και πολυτελείς διακοπές με τη σύζυγό του Jennifer Stano.
Γενικώς η δημόσια εικόνα του είναι ένα μείγμα δισεκατομμυριούχου playboy, internet troll και ανθρώπου που συγκρούστηκε ανοιχτά με την ίδια του την οικογένεια και το κατεστημένο. Άλλοι τον βλέπουν σαν αυτοκαταστροφικό κροίσο, άλλοι σαν αντισυμβατικό χαρακτήρα που ποτέ δεν θέλησε να παίξει τον ρόλο του «σοβαρού κληρονόμου».
Read also:
Άλκης Δαυίδ: Αποζημίωση 900 εκατ. δολαρίων σε εργαζόμενη – Τη βίασε παρουσία ενός… ντόμπερμαν

