Σε καιρούς όπου η δημόσια τοποθέτηση για γεωπολιτικά ζητήματα συνεπάγεται συχνά υψηλό προσωπικό και επαγγελματικό κόστος, η Φραντσέσκα Αλμπανέζε, ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ που μιλά ανοιχτά για γενοκτονία στη Γάζα, φέρνοντας σε εξαιρετικά δύσκολη θέση τις κυβερνήσεις του Ντόναλντ Τραμπ και Μπενιαμίν Νετανιάχου, υπενθυμίζει με τη δράση της ότι η σιωπή αποτελεί μια πολυτέλεια που η διεθνής κοινότητα δεν μπορεί πλέον να υποστηρίξει.
Στο πρώτο εξώφυλλο της για περιοδικό μόδας, το LOVE, η Αλμπανέζε απομακρύνεται για λίγο από το αυστηρό βήμα του ΟΗΕ και τις διπλωματικές αίθουσες.
Στην εκτενή συνέντευξη με τη δημοσιογράφο Τιάρα Σαχάρ, η Ιταλίδα νομικός μίλησε για την πραγματική έννοια της «πολυτέλειας», τις απαιτήσεις της ουσιαστικής αλλαγής, αλλά και την προσωπική της προσπάθεια να «παραμείνει άνθρωπος» σε ένα περιβάλλον όπου η ενσυναίσθηση τιμωρείται.
Παράλληλα, η φωτογράφισή της με δημιουργίες υψηλής ραπτικής άνοιξε έναν έντονο κύκλο συζητήσεων και αντιδράσεων, φέρνοντας στο φως τις ορατές αντιφάσεις ανάμεσα στη διεθνή ακτιβιστική πολιτική, τη βιομηχανία της μόδας και τις εκστρατείες οικονομικού μποικοτάζ.
Η θητεία της Αλμπανέζε στον ΟΗΕ χαρακτηρίζεται από διαρκείς εντάσεις και προσπάθειες υπονόμευσης του έργου της. Η πίεση έφτασε σε πρωτοφανές σημείο όταν η αμερικανική κυβέρνηση επέβαλε κυρώσεις στο πρόσωπό της, ως αντίδραση στις πολυσέλιδες εκθέσεις της που καταγράφουν τις ενέργειες του Ισραήλ στη Λωρίδα της Γάζας και τις εκκλήσεις της για απόδοση ποινικών ευθυνών βάσει του διεθνούς δικαίου.
«Χρειάζεται να μείνουμε ενωμένοι» είπε η Αλμπανέζε στο LOVE. «Η Παλαιστίνη τελικά έδειξε ποια είναι η αξία του sumud [της ακλόνητης επιμονής και αντοχής], που αποτελεί μια θεμελιώδη γραμματική των αυτόχθονων λαών. Και αυτό αφορά τους πάντες, παντού —ακόμη και στις δυτικές κοινωνίες, όπου τόσοι άνθρωποι βλέπουν τις βασικές τους ελευθερίες να συρρικνώνονται»
Οι κυρώσεις αυτές είχαν άμεσο προσωπικό αντίκτυπο: της απαγορεύτηκε η είσοδος στις ΗΠΑ —όπου η κόρη της κατέχει την αμερικανική υπηκοότητα—, δεσμεύτηκαν τα περιουσιακά της στοιχεία στη χώρα και απαγορεύτηκε σε Αμερικανούς πολίτες ή οντότητες να πραγματοποιούν πληρωμές προς εκείνη.
Παρά τα εμπόδια αυτά, η ίδια συνεχίζει να τοποθετείται με αμείωτη ένταση από όποιο βήμα της δοθεί.
«Χρειάζεται να μείνουμε ενωμένοι» είπε η Αλμπανέζε στο LOVE. «Η Παλαιστίνη τελικά έδειξε ποια είναι η αξία του sumud [της ακλόνητης επιμονής και αντοχής], που αποτελεί μια θεμελιώδη γραμματική των αυτόχθονων λαών. Και αυτό αφορά τους πάντες, παντού —ακόμη και στις δυτικές κοινωνίες, όπου τόσοι άνθρωποι βλέπουν τις βασικές τους ελευθερίες να συρρικνώνονται εξαιτίας του νεκροκαπιταλισμού» λέει.
Ο νεκροκαπιταλισμός (necrocapitalism) είναι μια κοινωνικοοικονομική θεωρία που περιγράφει μια μορφή καπιταλισμού όπου η συσσώρευση πλούτου και η κερδοφορία βασίζονται, εξαρτώνται ή παράγονται άμεσα από τον θάνατο, την υποταγή της ανθρώπινης ζωής και την βία . Ο όρος διαμορφώθηκε ακαδημαϊκά στη δεκαετία του 2000 και επισημοποιήθηκε το 2008.
«Αυτή η συνθήκη βάζει την αλληλεγγύη στην πιο σκληρή της δοκιμασία» πρόσθεσε.
Ο μισογυνισμός πίσω από την κριτική
Το 2022, η Φραντσέσκα Αλμπανέζε έγινε η πρώτη γυναίκα που ανέλαβε τη θέση της Ειδικής Εισηγήτριας του ΟΗΕ για τα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη. Αν και ο διορισμός της αποτέλεσε ιστορικό ορόσημο, η ιδιότητά της αυτή χρησιμοποιήθηκε συχνά ως όπλο από τους επικριτές της. Στα μέσα ενημέρωσης και σε διπλωματικούς κύκλους έχει κατηγορηθεί ως «υπερβολικά προσηλωμένη στη μόδα», «ιδιοτελής» ή ακόμη και ως «δήθεν χίπισσα».
Για την ίδια, η εξονυχιστική αυτή κριτική αποκαλύπτει ένα βαθιά ριζωμένο συστημικό και φυσικοποιημένο μισογυνισμό. Αντί όμως να περιορίσει τη δράση της, η ευαισθησία παραμένει ο πυρήνας της δύναμής της. Στη συνέντευξή της, κάνει μια έκκληση για επιστροφή στην ενσυναίσθηση σε έναν κόσμο που καθοδηγείται σχεδόν αποκλειστικά από την ισχύ.
«Δεν φτάσαμε ως εδώ μέσα από μια σειρά αιφνίδιων σοκ ούτε μέσων μιας επανάστασης, αλλά μέσα από μια εξελικτική διαδρομή που, από την αποικιοκρατία και τη γέννηση του καπιταλισμού και μετά, εξελίχθηκε με αυτόν τον τρόπο», εξηγεί. «Σήμερα, αυτό που είναι πρωτοφανές είναι η δυνατότητα των απλών πολιτών να κατανοήσουν τη λειτουργία αυτού του συστήματος».
«Οφείλουμε να κατακτήσουμε ένα επίπεδο αυτοσυνειδησίας που θα μας επιτρέψει να λειτουργήσουμε μαζί, να αντισταθούμε μαζί, να απαλλαγούμε από αυτές τις πλουτοκρατίες και τον νεκροκαπιταλισμό»


Απέναντι στην πολιτική αβεβαιότητα και τις συνεχιζόμενες συγκρούσεις, η Αλμπανέζε υποστηρίζει ότι η επίτευξη μιας βιώσιμης ειρήνης απαιτεί αυτογνωσία και θυσίες από ολόκληρη τη διεθνή κοινότητα.
«Ορισμένοι από εμάς, όπως εγώ, έχουν τη δυνατότητα να μιλήσουν δημόσια, και θεωρώ ότι αυτό λειτουργεί καθαρτικά και θεραπευτικά. Υπάρχουν όμως και εκείνοι που βλέπουν και προσποιούνται ότι δεν βλέπουν», σημειώνει.
«Η άρνηση είναι ένα από τα στάδια του τραύματος, όπως η οργή, η κατάθλιψη, η αποδοχή και, στη συνέχεια, η αίσθηση ότι πρέπει να αναλάβεις δράση για να φέρεις την αλλαγή. Πρέπει όλοι να φτάσουμε σε αυτό το στάδιο του πένθους… Οφείλουμε να κατακτήσουμε ένα επίπεδο αυτοσυνειδησίας που θα μας επιτρέψει να λειτουργήσουμε μαζί, να αντισταθούμε μαζί, να απαλλαγούμε από αυτές τις πλουτοκρατίες και τον νεκροκαπιταλισμό, χτίζοντας κάτι εναλλακτικό και καλύτερο».
«Φοράει ρούχα από συνεργούς του Ισραήλ»
Ωστόσο, παρά το ισχυρό πολιτικό μήνυμα της συνέντευξης, η οπτική αισθητική του αφιερώματος προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους ακτιβιστικούς κύκλους με τα ιταλικά media να σχολιάζουν -ιδιαίτερα επικριτικά- τη φωτογράφιση της Αλμπανέζε για το LOVE.
Σε αυτή η Ιταλίδα δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων εμφανίζεται με δημιουργίες των οίκων Loro Piana και Celine. Ωστόσο, φιλοπαλαιστινιακές πλατφόρμες και οργανώσεις υποστηρίζουν ότι τα συγκεκριμένα brands συνδέονται οικονομικά με το Ισραήλ.
Τόσο η Loro Piana όσο και η Celine ανήκουν στον γαλλικό όμιλο πολυτελών ειδών LVMH. Αν και ο όμιλος δεν περιλαμβάνεται στην επίσημη λίστα στόχων του κινήματος BDS (Boycott, Divestment, Sanctions), επισημαίνεται ως φιλο-Ισραηλινός από πλατφόρμες παρακολούθησης όπως το Boycat και το Gaza.nu.
Η πλατφόρμα Boycat, με περισσότερους από 2 εκατομμύρια χρήστες, τοποθέτησε σήμανση ηθικού προβλήματος στα brands της LVMH. Αιτία υπήρξε η συμμετοχή του διευθύνοντος συμβούλου του ομίλου, Μπερνάρ Αρνό, σε γύρο χρηματοδότησης ύψους 120 εκατομμυρίων δολαρίων για την ισραηλινή εταιρεία κυβερνοασφάλειας Wiz.
Μια άλλη πλατφόρμα, το Gaza.nu, καλεί επίσης σε μπόικοτάζ των δύο αυτών brands επειδή ο ιδιοκτήτης τους επενδύει στο Ισραήλ. Ωστόσο, ένας τρίτος ιστότοπος υιοθετεί μια πιο επιθετική στάση.
«Αυτοί οι οικονομικοί δεσμοί συνδέουν την ηγεσία του ομίλου LVMH με την ισραηλινή οικονομία στο φόντο μιας συνεχιζόμενης στρατιωτικής κατοχής, που χαρακτηρίζεται από τεκμηριωμένες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων»
Το 2022, η LVMH Luxury Ventures (ο επενδυτικός βραχίονας του γαλλικού ομίλου) επένδυσε στην ισραηλινή εταιρεία εργαστηριακών διαμαντιών Lusix, συμμετέχοντας μαζί με άλλες εταιρείες σε γύρο χρηματοδότησης ύψους 90 εκατομμυρίων δολαρίων.
«Αυτοί οι οικονομικοί δεσμοί συνδέουν την ηγεσία του ομίλου με την ισραηλινή οικονομία στο φόντο μιας συνεχιζόμενης στρατιωτικής κατοχής, που χαρακτηρίζεται από τεκμηριωμένες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», αναφέρει το The Boycott Directory, ένα άλλο διαδικτυακό μητρώο που εξειδικεύεται σε εταιρείες που «κερδοσκοπούν από τη βία, την εκμετάλλευση και τον εκτοπισμό».
Επιπλέον το TBD κατηγορεί τoν όμιλο LVMH για «περιβαλλοντικά εγκλήματα και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
«Όταν εξετάζετε ηθικά brands πολυτελείας, είναι σημαντικό να ενημερώνεστε για την αλυσίδα εφοδιασμού της εταιρείας, τις εργασιακές της πρακτικές και τυχόν πρωτοβουλίες που υποστηρίζουν περιθωριοποιημένες κοινότητες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στην Παλαιστίνη», αναφέρει ο ιστότοπος.
Παρά τις κατηγορίες και τις εκκλήσεις για μποικοτάζ, τα δύο αυτά brands κατέληξαν να φορεθούν από την Αλμπανέζε, την κατεξοχήν υπερασπίστρια των δικαιωμάτων της Γάζας. Πρόκειται για μια δημόσια προσωπικότητα που τόσο η Loro Piana όσο και η Celine πιθανότατα χάρηκαν ιδιαίτερα να ντύσουν, ίσως και για να προβάλουν μια εικόνα πιο κοντά στον παλαιστινιακό αγώνα.
Προδοσία στην Παλαιστίνη ή αμέλεια;
Η επιλογή των συγκεκριμένων ενδυμάτων από την ομάδα styling του περιοδικού δημιούργησε ένα προφανές επικοινωνιακό παράδοξο.
Από τη μία πλευρά, η Αλμπανέζε αποτελεί μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές υπεράσπισης των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων διεθνώς. Από την άλλη, οι οίκοι μόδας που επιλέχθηκαν για τα πορτρέτα της βρίσκονται στο στόχαστρο των ίδιων των υποστηρικτών της.
Παρά τις κατηγορίες και τις εκκλήσεις για μποικοτάζ, τα δύο brands πιθανότατα «διεκδίκησαν» να φορεθούν από την Αλμπανέζε ίσως και για να προβάλουν μια εικόνα πιο κοντά στον παλαιστινιακό αγώνα

Αναλυτές της βιομηχανίας της μόδας επισημαίνουν ότι διεθνείς οίκοι επιδιώκουν συχνά να ντύσουν επιδραστικές προσωπικότητες του δικαιωματικού χώρου, προκειμένου να προβάλουν ένα πιο κοινωνικά ευαίσθητο προφίλ —μια πρακτική που ορισμένοι επικριτές αποκαλούν Palestinian-washing.
Η συζήτηση γύρω από τα ρούχα της Φραντσέσκα Αλμπανέζε αναδεικνύει, ανάμεσα σε άλλα, και την πολυπλοκότητα της σύγχρονης δημόσιας εικόνας. Ακόμη και όταν το μήνυμα παραμένει αδιάλλακτο, τα μέσα προβολής και οι δομές της βιομηχανίας του θεάματος επιβάλλουν τους δικούς τους όρους.

