Το τελευταίο διάστημα εντύπωση προκαλεί το… κύμα κλειστών εμπορικών καταστημάτων στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, όπως διαβάσατε σε σχετικό ρεπορτάζ της Voria.gr
Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι το γεγονός ότι ακόμη και στους «απόρθητους» εμπορικά δρόμους του κέντρου, όπως η Τσιμισκή, η Μητροπόλεως και η Αγίας Σοφίας, ο αριθμός των κλειστών και ανοίκιαστων μαγαζιών είναι διψήφιος -και εσχάτως αυξάνεται. Για το οικονομικό και παραγωγικό οικοσύστημα της Θεσσαλονίκης, που βασίζεται κατά βάση στον τριτογενή τομέα, δηλαδή στις υπηρεσίες και το εμπόριο, το θέμα έχει ενδιαφέρον. Υπάρχει ανησυχία, κάτι που καταγράφεται στην – κατά κύριο λόγο σπασμωδική- αντίδραση των επιχειρηματικών συλλογικοτήτων της Θεσσαλονίκης. Επιμελητήρια και συνδικαλιστικοί φορείς είτε εμμέσως είτε αμέσως ζητούν – απαιτούν – προσκαλούν – παρακαλούν (όχι αναγκαστικά με αυτή τη σειρά) για παρέμβαση της πολιτείας, προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι βραχυχρόνιες συνέπειες της καταναλωτικής καχεξίας που καταγράφεται και έχει φέρει σε δύσκολη θέση αρκετούς εμπόρους και μικρομεσαίους του επιχειρείν. Εξίσου κρίσιμο είναι το θέμα της πορείας της αγοράς του κέντρου και για την ευρύτερη κοινωνία της πόλης υπό την έννοια ότι η συγκεκριμένη περιοχή είναι μαζί ο καθρέφτης και η βιτρίνα της Θεσσαλονίκης, ενώ πρόκειται για περιοχή με μεικτή -οικιστική και εμπορική- χρήση.
Αδυναμία προσαρμογής
Εννοείται ότι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν μπορεί να διευθετηθεί με καμία και κανενός τύπου κρατική παρέμβαση. Εάν υπάρξει κάτι τέτοιο -το σενάριο παραμένει εντελώς απίθανο στα όρια του αδύνατου-, ενδεχομένως να διευκολύνει προσωρινά κάποιους λίγους του τοπικού εμπορίου και της επιχειρηματικότητας, αλλά θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα απ’ όσα (υποτίθεται ότι) θα λύσει. Το ακόμη χειρότερο είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες της πλήρους απελευθέρωσης του εμπορίου έχουν παρατηρηθεί ανάλογα φαινόμενα, χωρίς κατ’ ανάγκη να οφείλονται σε κάποια μείζονα οικονομική κρίση, αλλά στις εξελίξεις μιας αγοράς που βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση – ενοικιοστάσιο, ωράριο, κυριακάτικη λειτουργία κτλ. Καταστάσεις που συχνά ο ίδιος ο εμπορικός κόσμος δεν μπορεί ούτε να αναγνωρίσει, ούτε να αποδεχθεί, ούτε να προσαρμοστεί, ούτε συντονιστεί και -πολύ περισσότερο- ούτε να διαχειριστεί. Κάπως έτσι σε 30 – 40 χρόνια η εικόνα του τζίρου του λιανεμπορίου στο κέντρο της Θεσσαλονίκης έχει αντιστραφεί. Εκεί που στη δεκαετία του 1980 τη συντριπτική πλειονότητα των εισπράξεων κατοχύρωναν τα μεμονωμένα εμπορικά καταστήματα, σήμερα πάνω από το 90% των πωλήσεων οφείλεται στα πολυκαταστήματα, στα εμπορικά κέντρα και στις εγχώριες και διεθνείς αλυσίδες, που άλλωστε είναι αγκυροβολημένες στα κομβικά και κατά τεκμήριο καλύτερα σημεία της περιοχής. Αυτή η κατάσταση, που εξακολουθεί να εξελίσσεται εις βάρος των μικρών καταστημάτων, δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την όποια προσπάθεια αντίδρασης, εικόνα που παραπέμπει σε περαιτέρω εμβάθυνση του φαινομένου. Αφενός μεμονωμένα μαγαζιά -ακόμη και στην Τσιμισκή- θα κατεβάζουν ρολά συχνότερα και θα παραμένουν ανενεργά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ενώ αφετέρου οι χρήσεις θα αλλάζουν συχνά, αναλόγως της συγκυρίας. Διότι αναμφιβόλως η αγορά της Θεσσαλονίκης, που όπως κάθε αγορά βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, βρίσκεται σε στάδιο γενικότερης αναδιάταξης. Η επόμενη φάση της δεν έχει ακόμη παγιωθεί, χρειάζεται ακόμη χρόνος.
Τρεις αλλαγές
Σε αυτή την κατεύθυνση τρεις είναι οι βασικές αλλαγές που επηρεάζουν τις εξελίξεις:
Πρώτον, η αλλαγή της δομής της ελληνικής οικονομίας και του επιχειρείν, για το οποίο τα περιθώρια μαύρου τζίρου, γκρίζων κερδών και αδήλωτης εργασίας μειώνονται. Αφενός λόγω των σημαντικών αναγκών του κράτους και των δημόσιων ταμείων στην εποχή της δημοσιονομικής πειθαρχίας και αφετέρου εξαιτίας της επέκτασης της τεχνολογίας και ειδικότερα της ψηφιοποίησης και της Τεχνητής Νοημοσύνης, που θεσμοθετεί η νομοθεσία και αξιοποιούν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί . Σήμερα, λοιπόν, ούτε η Δημόσια Διοίκηση είναι διατεθειμένη να κάνει τα… στραβά μάτια ενώπιον της φοροδιαφυγής, της φοροαποφυγής, της φοροκλοπής, της εισφοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου, όπως συνέβαινε -έστω σε κάποιο βαθμό- στο παρελθόν, ενώ υπάρχουν και τα κατάλληλα -και σε κάποιο βαθμό αυτοματοποιημένα- εργαλεία για να εντοπίσουν τις παραβάσεις και τους παραβάτες. Όσο, λοιπόν, «ασπρίζει» η ελληνική οικονομία, τόσο ο… αέρας που περιέχει θα εξατμίζεται και στο δημιουργούμενο κενό θα καταγράφονται απώλειες. Καθόλου τυχαία στις μέρες μας -πάντα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης- δεν κλείνουν μόνο καταστήματα ενδυμάτων και υποδημάτων, όπου υπάρχει μείωση της κατανάλωσης, αλλά και καφέ, τυροπιτάδικα και αρτοζαχαροπλαστεία, μάλλον από τα φθηνότερα σε τιμές στην πιάτσα.
Δεύτερον, αλλάζει προς το καλύτερο η λειτουργικότητα του κέντρου της Θεσσαλονίκης, λόγω του μετρό, της βελτίωσης των αστικών συγκοινωνιών και της μείωσης του αριθμού των αυτοκινήτων. Η πιο εύκολη προσέγγιση και αποχώρηση κάποιου από την περιοχή, ακυρώνει μια σειρά από ανάγκες, που ο ίδιος άνθρωπος είχε ως… εγκλωβισμένος, κάτι που επηρεάζει τις καθημερινές καταναλωτικές του ανάγκες και έχει επιπτώσεις στην καθημερινή καταναλωτική του συμπεριφορά.
Τρίτον, αλλάζει ο τρόπος ζωής, με άμεση επίπτωση στις καταναλωτικές συνήθειες. Το αμερικανικό στιλ που καλλιεργείται εδώ και χρόνια από τα πρότυπα της ποπ κουλτούρας και έχει υιοθετηθεί επειδή είναι βολικό και άνετο, δεν περιορίζεται, πλέον, στην εκτεταμένη χρήση των μπλουτζίν παντελονιών στο καθημερινό ντύσιμο, αλλά ούτε αφορά μόνο στους νέους. Άλλωστε όσοι ήταν νέοι στα 80’ς, στα 90’ς και στα 00’ς μεγάλωσαν πια, χωρίς σώνει και καλά να εγκαταλείψουν τις συνήθειές τους. Όσο για τους ακόμη νεότερους που -επίσης σα να βλέπει κανείς εικόνα αμερικανικής μεγαλούπολης- τρέχουν βιαστικοί μ’ έναν καφέ στο χέρι, έχουν υιοθετήσει πρότυπα ντυσίματος και συμπεριφοράς εξαιρετικά οικονομικότερα από τους γονείς και τους παππούδες τους. Δουλεύουν με το λάπτοπ από τα καφέ -σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν βοηθάει ο καιρός, και από τα πάρκα-, ενώ σε πολλές περιπτώσεις το βεστιάριο τους χωράει σε ένα ή δύο σακ βουαγιάζ, που περιέχουν ρούχα με ημερομηνία λήξεως και σαφώς οικονομική τιμή. Τα -έστω περιορισμένα- χρήματα του προϋπολογισμού τους προωθούνται σε διαφορετικές κατευθύνσεις απ’ ό,τι έστω λίγα χρόνια πριν. Όποιος δεν το βλέπει, μάλλον έχει καταληφθεί από… τύφλωση, κατάσταση αρκετά συνηθισμένη στην ανθρώπινη ιστορία, ακόμη και σε καθοριστικότερες και ακόμη πιο προφανείς καταστάσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αργυροχρυσοχόοι της Θεσσαλονίκης πέρα από τα ωράρια, την κίνηση της αγοράς, ακόμη και τις τιμές των πολύτιμων μετάλλων που τους αφορούν άμεσα, νοιάζονται πολύ -περισσότερο από τον καθένα- για την τήρηση των παραδόσεων, των ηθών και των εθίμων. Διότι εάν ο θρησκευτικός γάμος αντικατασταθεί υποχρεωτικά από τον πολιτικό και τα βαφτίσια από τον θεσμό της ονοματοθεσίας με δύο υπογραφές, οι ανελαστικές σήμερα δαπάνες για αλυσίδες, βέρες και σταυρουδάκια θα μειωθούν και η ζημία τους θα είναι τεράστια.
Μεγάλο απόθεμα ακινήτων
Για να συμπληρωθεί όσο το δυνατόν πληρέστερα η εικόνα, σε αυτές τις τρεις αλλαγές που λειτουργούν υποδόρια αλλά απολύτως καθοριστικά, οφείλει να προσθέσει κανείς τουλάχιστον δύο ακόμη παράγοντες. Πρωτίστως το μεγάλο απόθεμα εμπορικών ακινήτων στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, αφού στην Ελλάδα -ένα από τα λίγα μέρη στον κόσμο, εάν όχι το μοναδικό- το χτίσιμο ενός κτηρίου κατοικιών συνεπάγεται και τρία, τέσσερα ή πέντε καταστήματα στο ισόγειο της πολυκατοικίας, που κάπως πρέπει να αξιοποιηθούν και να αποδώσουν. Ακίνητα που σε ορισμένες συγκυρίες, μάλιστα, είχαν σημαντική εμπορική αξία κι έκαναν πλούσιους γενιές Θεσσαλονικέων, που είχαν κατοχυρώσει την παραγωγική ιδιότητα του… εισοδηματία. Ορισμένοι από αυτούς -επειδή ενδεχομένως δεν έχουν άμεση οικονομική ανάγκη- εξακολουθούν να ζητούν υψηλό ενοίκιο, που πιθανώς αντιστοιχεί σε παλαιότερες εποχές με διαφορετικά εμπορικά χαρακτηριστικά, και δεν βιάζονται να τα παραχωρήσουν. Επειδή, λοιπόν, οι νεότεροι του εμπορίου και των υπηρεσιών υποχρεωτικά βλέπουν τα πράγματα πιο επιχειρηματικά και επομένως πιο τεχνοκρατικά και ορθολογικά, χωρίς να αρκούνται στη λεζάντα ενός καλού περάσματος, που (υποτίθεται ότι) διασφαλίζει επισκεψιμότητα και τζίρο, αφού δεν θέλουν να δουλεύουν -εκτός από τους φόρους και τις εισφορές- για το ενοίκιο, αποφεύγουν να πληρώσουν υπερβολικά ενοίκια, που σε ορισμένες περιπτώσεις -πάντα με βάση την υπό διαμόρφωση κατάσταση- πιθανόν κινούνται εκτός λογικής πραγματικότητας.
Καμία απάντηση για το εμπόριο και την αγορά δεν είναι απλή, ούτε στατική. Πάντα τα συγκεκριμένα ζητήματα είναι πολυπαραγοντικά. Στην κορυφή βρίσκονται οι ανάγκες της κοινωνίας. Η προσφορά, η ζήτηση και η δυνατότητα οι δύο αυτές έννοιες να συναντηθούν, να καλυφθούν και να αλληλοσυμπληρωθούν. Όμως ορισμένα βασικά ζητήματα έχουν απλές απαντήσεις, παρά το ότι τα θέματα που άπτονται της νοοτροπίας εμπόρων και πελατών έχουν εξ ορισμού υψηλές δόσεις ασάφειας. Παρ’ όλα αυτά βοηθούν να καθαρίσει κάπως το τοπίο και ο ορίζοντας, αλλά και να απαντηθούν κάποιες απορίες του τύπου «πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν ξενοίκιαστα μαγαζιά στην Τσιμισκή;».

