Το αυξημένο κόστος ενέργειας, καυσίμων και πρώτων υλών πιέζει υπέρμετρα, ειδικά, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, την ώρα που η ακρίβεια περιορίζει την αγοραστική δύναμη και ”φρενάρει” την κατανάλωση. Νέα “σήματα” από εκπροσώπους της αγοράς.

Έναν διπλό κλοιό γύρω από τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δημιουργεί η νέα έξαρση του ενεργειακού κόστους. Από τη μία πλευρά, ηλεκτρική ενέργεια, καύσιμα και πρώτες ύλες ακριβαίνουν, ανεβάζοντας το λειτουργικό κόστος και περιορίζοντας τα περιθώρια απορρόφησης των επιβαρύνσεων. Από την άλλη, οι αυξήσεις στις τιμές μεταφέρονται σταδιακά στην αγορά, την ώρα που τα νοικοκυριά βλέπουν το διαθέσιμο εισόδημά τους να πιέζεται και περιορίζουν τις αγορές τους.

Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος. Δηλαδή, οι επιχειρήσεις χρειάζονται υψηλότερες τιμές για να καλύψουν το κόστος τους, αλλά οι υψηλότερες τιμές δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την κατανάλωση. Και όσο μειώνεται η ζήτηση, τόσο δυσκολότερο γίνεται για μια μικρή επιχείρηση να αντισταθμίσει την αύξηση του κόστους μέσω μεγαλύτερου τζίρου.

Τα δύσκολα μπροστά

Η εικόνα αυτή αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς η ενεργειακή αγορά εισέρχεται σε νέα περίοδο αβεβαιότητας. Το Ινστιτούτο Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης, στην πρόσφατη μελέτη του για τις «Ενεργειακές Τάσεις στην Ελλάδα – Α΄ Οκτάμηνο 2026», που παρουσίασε την περασμένη Πέμπτη 17/9, καταγράφει γενικά ανοδική πορεία στις τιμές ηλεκτρισμού, φυσικού αερίου και πετρελαίου στην Ευρώπη, ενώ επισημαίνει ότι οι τιμές των καυσίμων στην Ελλάδα παραμένουν μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρώπη.

Το ενεργειακό ξαναγίνεται πληθωριστική απειλή

Κατά την παρουσίαση των μελετών του ΙΕΝΕ, ο πρόεδρος και εκτελεστικός διευθυντής του Ινστιτούτου, Κωστής Σταμπολής, συνέδεσε τη σημερινή συγκυρία με την ενεργειακή κρίση του 1973-1974, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η σημερινή κατάσταση είναι πιο σύνθετη, καθώς οι πιέσεις εκδηλώνονται ταυτόχρονα στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο και συνδέονται με τις γεωπολιτικές και πολεμικές αναταράξεις.

Η ανησυχία που διατυπώθηκε είναι ότι η αγορά μπορεί να βρίσκεται στην αρχή μιας δεύτερης και δυσκολότερης φάσης της ενεργειακής κρίσης, με την ασφάλεια εφοδιασμού να επανέρχεται στο προσκήνιο.

Για την Ευρώπη, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η εξασφάλιση επαρκών ποσοτήτων φυσικού αερίου. Η στροφή προς το LNG έχει διευρύνει τις εναλλακτικές πηγές προμήθειας, όμως το κόστος παραμένει υψηλό και επιβαρύνει τόσο τα νοικοκυριά όσο και τη βιομηχανία. Η διαφορά των ευρωπαϊκών τιμών από εκείνες των ΗΠΑ αποτυπώνει, παράλληλα, το ζήτημα ανταγωνιστικότητας που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή οικονομία.

Η ίδια η μελέτη του ΙΕΝΕ δείχνει ότι η ενεργειακή αγορά της Ελλάδας παραμένει εκτεθειμένη στις διεθνείς μεταβολές, ενώ η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στο πρώτο οκτάμηνο του 2026 μειώθηκε κατά 1,85% σε ετήσια βάση.

Στα ύψη αέριο και ηλεκτρισμός

Το φυσικό αέριο κινείται πλέον σε επίπεδα που επαναφέρουν έντονα τις ανησυχίες για το κόστος της ηλεκτροπαραγωγής. Με δεδομένη τη σημαντική συμμετοχή του φυσικού αερίου στο ελληνικό ηλεκτροπαραγωγικό μείγμα, μια παρατεταμένη άνοδος των τιμών του μεταφράζεται σε αυξημένες πιέσεις και στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού.

Ενδεικτική είναι η εικόνα της Αγοράς Επόμενης Ημέρας. Για το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου, η Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς διαμορφώθηκε στα 157,97 ευρώ/MWh, μειωμένη κατά 6% σε σχέση με την προηγούμενη ημέρα, αλλά με το υψηλό του 24ώρου να φτάνει στα 258,50 ευρώ/MWh. Η συνολική ζήτηση διαμορφώθηκε στις 336,60 GWh, ενώ στο ενεργειακό μείγμα οι ΑΠΕ συμμετείχαν με 49,6% και το φυσικό αέριο με 23,3%.

Η εικόνα αποκτά μεγαλύτερη σημασία εάν συγκριθεί με τα επίπεδα του Αυγούστου. Η μέση χονδρική τιμή που καταγράφεται από τις αρχές Σεπτεμβρίου κινείται υψηλότερα από τον μέσο όρο του προηγούμενου μήνα, ενισχύοντας τις πιέσεις που δέχονται οι επαγγελματικές παροχές και, ευρύτερα, το κόστος λειτουργίας της αγοράς.

Δεν πρόκειται, επομένως, μόνο για έναν ακόμη λογαριασμό ρεύματος. Η ενέργεια διαπερνά ολόκληρη την αλυσίδα κόστους: την παραγωγή, τη μεταποίηση, την ψύξη και θέρμανση, την αποθήκευση, τις μεταφορές και τη διανομή.

Ο λογαριασμός φτάνει ήδη στις μικρές επιχειρήσεις

Τα τελευταία στοιχεία της ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ από την εξαμηνιαία αποτύπωση οικονομικού κλίματος στις μικρές επιχειρήσεις – Α’ Εξάμηνο 2026 αποτυπώνουν με αριθμούς την πίεση. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, το 73,3% των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων δήλωσε ότι πληρώνει ακριβότερα την ηλεκτρική ενέργεια σε σχέση με το 2025, το 73,2% ότι πληρώνει ακριβότερα καύσιμα και το 77,5% ότι επιβαρύνεται περισσότερο για πρώτες ύλες και προμήθειες.

Οι μεσοσταθμικές αυξήσεις που κατέγραψε η έρευνα ανήλθαν σε 26,03% για την ηλεκτρική ενέργεια, 27,75% για τα καύσιμα και 24,75% για τις πρώτες ύλες και προμήθειες.

Η επιβάρυνση αυτή δεν μένει πλέον αποκλειστικά στους ισολογισμούς των επιχειρήσεων. Το 40,3% δήλωσε ότι προχώρησε σε ανατιμήσεις κατά το πρώτο εξάμηνο, έναντι μόλις 7,2% που μείωσε τιμές. Παράλληλα, σχεδόν τρεις στις δέκα επιχειρήσεις, ποσοστό 27,2%, εκτιμούν ότι θα προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις και στο δεύτερο εξάμηνο του έτους.

Είναι η στιγμή όπου ο πρώτος κρίκος του «κλοιού» συναντά τον δεύτερο. Η επιχείρηση αυξάνει την τιμή επειδή δεν μπορεί να απορροφήσει το κόστος. Ο καταναλωτής, όμως, καλείται να πληρώσει περισσότερα με το ίδιο ή μικρότερο διαθέσιμο εισόδημα. Και έτσι περιορίζει την κατανάλωση, μεταθέτει αγορές ή στρέφεται σε φθηνότερες επιλογές.

Από την αύξηση του κόστους στη μείωση του τζίρου

Η πίεση στη ζήτηση αποτελεί πλέον το άλλο μεγάλο μέτωπο για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.

Η υποχώρηση του οικονομικού κλίματος στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 αποτυπώνεται στη μείωση του σχετικού δείκτη στις 56,5 μονάδες από 59,2 το προηγούμενο εξάμηνο. Την ίδια ώρα, το 48% των επιχειρήσεων δήλωσε περαιτέρω μείωση της ρευστότητάς του.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσο κοστίζει η λειτουργία μιας επιχείρησης αλλά και πόσο μπορεί να πουλήσει. Για έναν φούρνο, ένα εστιατόριο, ένα καθαριστήριο, ένα μικρό κατάστημα ή ένα εργαστήριο, τα περιθώρια προσαρμογής είναι περιορισμένα. Το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και καυσίμων ανεβαίνει, οι προμηθευτές αναπροσαρμόζουν τις τιμές τους, το κόστος μεταφοράς αυξάνεται και στο τέλος η επιχείρηση βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Είτε να αυξήσει τις τιμές και να διακινδυνεύσει απώλεια πελατών είτε να απορροφήσει το κόστος και να δει το περιθώριο κέρδους της να συρρικνώνεται.

«Δεν μπορεί η μικρή επιχείρηση να αντιμετωπίζεται όπως η μεγάλη»

Ακριβώς σε αυτό το σημείο παρεμβαίνει ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιώς, ζητώντας τη δημιουργία μιας «ενεργειακής ασπίδας» για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις.

Ο Σύλλογος, με ανακοίνωσή του, προτείνει κλιμακωτή επιδότηση ηλεκτρικού ρεύματος, με μεγαλύτερη προστασία για τις μικρές επαγγελματικές παροχές και τις πρώτες kWh κατανάλωσης, ειδική πρόσθετη στήριξη για ενεργοβόρες μικρές επιχειρήσεις, παρεμβάσεις στο κόστος επαγγελματικών μεταφορών και διανομών, ένα απλοποιημένο πρόγραμμα ενεργειακής αναβάθμισης για πολύ μικρές επιχειρήσεις και έναν μόνιμο μηχανισμό ενεργειακής προστασίας που θα ενεργοποιείται όταν οι τιμές υπερβαίνουν συγκεκριμένα επίπεδα.

Το σκεπτικό του ΕΣΠ είναι ότι η μικρή επιχείρηση δεν διαθέτει τις ίδιες δυνατότητες απορρόφησης ενός ενεργειακού σοκ με μια μεγάλη επιχείρηση. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η στήριξη των επιχειρήσεων λειτουργεί και ως ανάχωμα στην ακρίβεια, καθώς περιορίζει τη μετακύλιση του αυξημένου κόστους στις τελικές τιμές.

Ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Πειραιώς, Θοδωρής Καπράλος, ζητά, ειδικότερα, να αξιοποιηθεί η εμπειρία των παρεμβάσεων του 2022, χωρίς να επαναληφθούν αυτούσιες, αλλά με πιο στοχευμένο μηχανισμό για τις μικρές επαγγελματικές παροχές.

Το αίτημα είναι χαρακτηριστικό του προβλήματος που αντιμετωπίζει σήμερα η αγορά: όχι μια οριζόντια επιδότηση, αλλά ένα δίχτυ προστασίας για εκείνες τις επιχειρήσεις που έχουν μικρότερη δυνατότητα να απορροφήσουν τις ανατιμήσεις.

ΕΕΑ: «Το ενεργειακό κόστος απειλεί ευθέως τις ΜμΕ»

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, ο οποίος προειδοποιεί για την ένταση των πιέσεων που προκαλεί η άνοδος του ενεργειακού κόστους.

Σε πρόσφατη παρέμβασή του σημειώνει ότι η άνοδος του πετρελαίου και των καυσίμων μεταφέρεται στο κόστος μεταφοράς και, μέσω αυτού, στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών. Περιγράφει έτσι μια αλυσίδα επιβαρύνσεων που ξεκινά από την ενέργεια και καταλήγει στην τελική τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής.

Το βασικό ερώτημα που θέτει αφορά ακριβώς τον «διπλό κλοιό» της αγοράς: πώς μπορεί μια μικρή επιχείρηση να ανταποκριθεί σε υψηλότερο κόστος όταν ταυτόχρονα η κατανάλωση κινείται υπό πίεση;

Το ΕΕΑ ζητά άμεσες παρεμβάσεις, υποστηρίζοντας ότι η πίεση δεν αφορά μόνο τις επιχειρήσεις αλλά συνολικά την οικονομία και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Και το εμπόριο ζητά να μη μείνει εκτός

Την ανάγκη να συμπεριληφθούν οι μικρές και μεσαίες εμπορικές επιχειρήσεις στον σχεδιασμό των μέτρων επισημαίνει και ο Εμπορικός Σύλλογος Αθηνών.

Όπως υπογραμμίζει, το ενεργειακό κόστος έχει καταστεί ένα από τα σημαντικότερα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεων και η σημαντική επιβάρυνση των τελευταίων ετών περιορίζει τα περιθώρια βιωσιμότητας και ανάπτυξης, ιδιαίτερα για τις μικρές επιχειρήσεις.

Το μήνυμα της αγοράς είναι κοινό και εστιάζει στο ότι η στήριξη των νοικοκυριών δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη στήριξη της επιχειρηματικότητας. Εάν το κόστος λειτουργίας αυξάνεται διαρκώς, οι επιχειρήσεις είτε θα μετακυλίουν μέρος της επιβάρυνσης στις τιμές είτε θα περιορίζουν επενδύσεις, παραγωγή και απασχόληση.

Το «ντόμινο» έχει ήδη ξεκινήσει

Η αλληλουχία είναι πλέον ευδιάκριτη, καθώς ενέργεια, καύσιμα, μεταφορές, πρώτες ύλες, λειτουργικό κόστος, τιμές, κατανάλωση και τζίρος είναι αλληλένδετα. Κάθε κρίκος επιβαρύνει τον επόμενο.

Η έρευνα της ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, άλλωστε, δείχνει ότι το λειτουργικό κόστος αποτελεί τον κυριότερο επιβαρυντικό παράγοντα για τις μικρές επιχειρήσεις. Την ίδια στιγμή, η πίεση στη ρευστότητα περιορίζει τις δυνατότητες επενδύσεων και προσαρμογής.

Έτσι, το ενεργειακό σοκ δεν μεταφράζεται μόνο σε ακριβότερο ρεύμα ή ακριβότερη βενζίνη. Μπορεί να σημαίνει καθυστέρηση ενός εκσυγχρονισμού, περιορισμό παραγωγής, αναβολή επενδύσεων ή συρρίκνωση του τζίρου.

Και αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο σημείο για τη μικρή επιχειρηματικότητα: όταν το κόστος ανεβαίνει την ίδια στιγμή που η αγορά αδυνατεί να απορροφήσει νέες αυξήσεις τιμών.

Η ευρωπαϊκή διάσταση και το γερμανικό παράδειγμα

Η πίεση δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Το ενεργειακό κόστος έχει επανέλθει στην κορυφή της ευρωπαϊκής οικονομικής ατζέντας, με τον πρόεδρο του Eurogroup και υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη να υπογραμμίζει μετά το Eurogroup της Παρασκευής 18/9 ότι η νέα άνοδος των τιμών ενέργειας εντείνει τις πιέσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις και επαναφέρει την ανάγκη για μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια και ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης.

Η ελληνική κυβέρνηση έχει διαμηνύσει, πάντως, ότι, εφόσον χρειαστούν νέες παρεμβάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι στοχευμένες, προσωρινές και συμβατές με τους δημοσιονομικούς κανόνες.

Την ίδια ώρα, η Γερμανία προχώρησε σε νέα μέτρα για την αντιμετώπιση των υψηλών τιμών καυσίμων. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανακοίνωσε μείωση του ενεργειακού φόρου στη βενζίνη και στο ντίζελ κατά 14 λεπτά το λίτρο από την 1η Οκτωβρίου έως το τέλος του έτους, ενώ προβλέπεται και προσωρινό πλαφόν στις τιμές των καυσίμων από το 2027. Το συνολικό πακέτο έχει αναφερθεί στα 2,5 δισ. ευρώ.

Η σύγκριση δεν σημαίνει ότι τα μέτρα μπορούν να μεταφερθούν αυτούσια στην Ελλάδα. Δείχνει, όμως, ότι η νέα ενεργειακή αναταραχή έχει ήδη προκαλέσει διαφορετικές μορφές κρατικής παρέμβασης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το δύσκολο στοίχημα του φθινοπώρου

Το επόμενο διάστημα θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό αν η νέα άνοδος του ενεργειακού κόστους θα παραμείνει ένα προσωρινό σοκ ή θα μετατραπεί σε νέο κύκλο ανατιμήσεων.

Για τις μικρές επιχειρήσεις, όμως, που ήδη έχουν επιβαρυνθεί από τη συγκυρία, το περιθώριο αναμονής είναι περιορισμένο. Τα στοιχεία δείχνουν ήδη υψηλότερο κόστος ενέργειας, καυσίμων και πρώτων υλών, μειωμένη ρευστότητα και πρόθεση για νέες αυξήσεις τιμών.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο πώς θα μειωθεί ο λογαριασμός ενέργειας. Είναι πώς θα αποφευχθεί ένας φαύλος κύκλος στον οποίο η αύξηση του κόστους θα οδηγεί σε αυξήσεις τιμών, οι αυξήσεις τιμών σε χαμηλότερη κατανάλωση και η χαμηλότερη κατανάλωση σε μειωμένους τζίρους.



Πηγή

ΕλληνικήelΕλληνικήΕλληνική

Σύνδεση

Εγγραφή

Επαναφορά κωδικού

Πληκτρολογήστε το ψευδώνυμο ή την ηλ. διεύθυνσή σας και θα σας αποσταλεί σύνδεσμος να δημιουργήσετε νέο συνθηματικό.