Πριν από πολλά χρόνια, το αμερικανικό Barron’s είχε εκθρονίσει τον πασίγνωστο διαχειριστή κεφαλαίων Μπιλ Γκρος από τον θρόνο του «βασιλιά των ομολόγων». Ο Αμερικανός διαχειριστής ήταν για πολλά χρόνια, ίσως και δεκαετίες, μία από τις κεντρικότερες μορφές στον τομέα των ομολόγων, ταυτισμένος σε έναν βαθμό με την άνθηση του κλάδου που ξεκίνησε όταν ο Paul Volcker διέλυσε τον πληθωρισμό της δεκαετίας του 1970. Όντας συνιδρυτής της Pimco, ο Γκρος γνώριζε πάρα πολύ καλά τα πάντα στην αμερικανική αλλά και την διεθνή αγορά ομολόγων και κάθε του λέξη μπορούσε να την επηρεάσει εν ριπή οφθαλμού. Ο διάδοχός του, κατά το αμερικανικό περιοδικό, ήταν ο Τζεφ Γκούντλαχ, ιθύνων νους της DoubleLine Capital.

Η επιλογή αυτή ήταν αρκετά λογική καθώς ο Γκούντλαχ είχε και αυτός πολύ σημαντικές επιτυχίες στον επενδυτικό τομέα. Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε και αυτά τα «αξιώματα» δεν έχουν πλέον και πολύ νόημα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως όταν ο Τζεφ Γκούντλαχ μιλάει δεν πρέπει να τον ακούμε, ακόμα και αν αυτά που λέει ακούγονται τραβηγμένα, ίσως και παλαβά. Ας μπούμε όμως στην ουσία.

Την προηγούμενη Πέμπτη 7 Μαΐου, μιλώντας στην τηλεόραση του Bloomberg, ανέφερε πως η επενδυτική εταιρεία του αρχίζει να προετοιμάζεται για την αντιμετώπιση ενός ενδεχομένου που ομολογουμένως θα μπορούσε να ταράξει σημαντικά την αμερικανική και ίσως και την παγκόσμια αγορά ομολόγων. Το ενδεχόμενο στο οποίο αναφέρεται είναι αυτό της αναδιάρθρωσης του αμερικανικού δημοσίου χρέους.

Σύμφωνα με τον γνωστό διαχειριστή, η εταιρεία του προχωρά σε αλλαγές σε ένα μέρος του χαρτοφυλακίου ομολόγων της (έχει περίπου 100 δισεκατομμύρια δολάρια υπό διαχείριση) προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτό το ενδεχόμενο, το οποίο θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί αν η αμερικανική οικονομία βρεθεί σε κατάσταση ύφεσης. Κατά αυτό το σενάριο, η αμερικανική κυβέρνηση θα μπορούσε να υποχρεώσει τους κατόχους μακροπρόθεσμων ομολόγων υψηλών επιτοκίων στην ανταλλαγή τους με άλλα χαμηλότερων.

Σε ένα υποθετικό παράδειγμα που έδωσε, ανέφερε πως αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει την υποχρεωτική αντικατάσταση ομολόγων με ονομαστικό επιτόκιο 4% με άλλα επιτοκίου 1% με την ίδια λήξη. Αυτού του τύπου η αναδιάρθρωση χρέους, η οποία είναι συνδεμένη με χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής που έχουν μόνιμα προβλήματα αδυναμίας εξυπηρέτησης του χρέους τους, είναι μάλλον αδιανόητη για την ισχυρότερη οικονομία του κόσμου.

Κατά τον Γκούντλαχ, μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να πυροδοτηθεί στην περίπτωση που η αμερικανική οικονομία πέσει σε κατάσταση ισχυρής οικονομικής ύφεσης, οπότε τα έσοδα του δημοσίου θα πληγούν καίρια και η εξυπηρέτηση του χρέους θα γίνει πρακτικά αδύνατη, καθώς τα 31 τρισεκατομμύρια δολάρια είναι ένα τεράστιο ποσό και τα ετήσια έξοδα εξυπηρέτησής του επίσης πάρα πολύ μεγάλα.

Δεν χρειάζεται να πούμε πως κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ένα τεράστιο σοκ για την αμερικανική και την παγκόσμια αγορά ομολόγων. Όπως επισήμαναν οι δημοσιογράφοι του Bloomberg, αυτό θα αποτελούσε ένα σεισμικό γεγονός για την αγορά ομολόγων.

Από την μεριά του ο Γκούντλαχ είπε πως αυτό θα προκαλούσε κατάρρευση στην αγορά ομολόγων και το αμερικανικό δημόσιο θα αντιμετώπιζε από εκεί και πέρα πολύ σημαντικές δυσκολίες στον δανεισμό του από τις διεθνείς αγορές. Αυτό βέβαια δεν στενοχωρεί πολύ τον Γκούντλαχ, καθώς υποστηρίζει πως αυτό θα λύσει και το μεγάλο αμερικανικό πρόβλημα του υπερδανεισμού για το οποίο εδώ και χρόνια κρούει τον κώδωνα του κινδύνου.

Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Λευκός Οίκος και ειδικότερα ο Κέβιν Χάσετ, διευθυντής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου, έσπευσε να διαψεύσει κατηγορηματικά αυτό το σενάριο. Μιλώντας στην τηλεόραση του Bloomberg είπε πως η κυβέρνηση Τραμπ πιστεύει σε μία ισχυρή δημοσιονομική πολιτική και πρόσθεσε πως ούτε σε ένα εκατομμύριο χρόνια δεν πρόκειται να κάνει ο,τι θυμίζει αδυναμία αποπληρωμής χρέους.

Δεν ήταν βέβαια δυνατόν να πει κάτι άλλο, ακόμα και αύριο το πρωί να γινόταν κάτι τέτοιο εμείς θα το μαθαίναμε αμέσως μετά από το διεθνές διαδίκτυο. Για την ιστορία πάντως, πρέπει να αναφέρουμε πως ο Γκούντλαχ άφησε να εννοηθεί πως οι πιθανότητες να συμβεί αυτό δεν είναι πολύ λιγότερες από 30%, κάτι που δεν μας ακούγεται και πολύ ενθαρρυντικό. 

Λίγες μέρες νωρίτερα, την 4η Μαΐου, πάλι στο Bloomberg, ένα άρθρο γνώμης της Alison Schrager, η οποία ασχολείται με ζητήματα οικονομικού χαρακτήρα, καταπιάστηκε με την αγορά ομολόγων. Ο τίτλος του δεν άφηνε και πολλά περιθώρια για παρερμηνεία: «Προσοχή στην φούσκα – της αγοράς ομολόγων». Σύμφωνα με την αρθρογράφο, τα επιτόκια των αμερικανικών κρατικών ομολόγων μπορεί να μην φαίνονται πολύ υψηλά, κοντά στο 4,30% για τους τίτλους δεκαετούς διαρκείας, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι όσο υψηλά θα έπρεπε. Η Schrager ανέφερε πως αυτά τα επιτόκια είναι πολύ χαμηλά αν κάποιος λάβει υπόψη του το γεγονός πως το αμερικανικό δημόσιο χρέος είναι αυτή την περίοδο λίγο παραπάνω από το ακαθάριστο εθνικό προϊόν των ΗΠΑ.

Όπως επισήμανε, με τα στοιχεία της 31ης Μαρτίου, το αμερικανικό δημόσιο χρέος ανερχόταν στο 100,20% του αμερικανικού ΑΕΠ, ενώ με βάση τις τωρινές εκτιμήσεις για την εξέλιξη των πραγμάτων τα επόμενα χρόνια, το 2030 ο λόγος του δημοσίου χρέους προς το ΑΕΠ των ΗΠΑ θα έχει ανεβεί στο 107%, ξεπερνώντας το επίπεδο 106% που σημειώθηκε το 1946, αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Schrager υποστήριξε πως οι τωρινές αποδόσεις των συγκεκριμένων ομολογιακών τίτλων δεν προσφέρουν στους κατόχους τους αρκετή προστασία από τους κινδύνους και κυρίως από τον πληθωρισμό, καθώς αυτή η απόδοση είναι μόλις 2% πάνω από το τωρινό επίπεδο του πληθωρισμού.

Η άποψη της Schrager είναι πως η δημογραφική βόμβα των ΗΠΑ στην οποία έχει αναφερθεί αρκετές φορές ο διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας JPMorgan Τζέιμι Ντάιμον, αποτελεί έναν πολύ μεγάλο κίνδυνο, καθώς είναι προφανές πως στο άμεσο μέλλον δεν θα υπάρχουν αρκετοί πολίτες των ΗΠΑ για να αγοράσουν τα ομόλογα που θα εκδίδει το αμερικανικό υπουργείο οικονομικών για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών του.

Κατά τις εκτιμήσεις της, οι διεθνείς επενδυτές που μέχρι τώρα καλύπτουν μεγάλο μέρος των εκδόσεων ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου δεν έχουν πλέον την ίδια όρεξη για τους συγκεκριμένους τίτλους, καθώς δεν εμπιστεύονται πλέον το αμερικανικό δημόσιο στον ίδιο βαθμό με παλαιότερα, για προφανείς σε όλους μας λόγους.

Αυτό σημαίνει πως για να δελεάσει τους δυνητικούς αγοραστές, το αμερικανικό δημόσιο θα πρέπει να προσφέρει υψηλότερες αποδόσεις, την ίδια στιγμή που στη διεθνή αγορά ομολόγων υπάρχουν πολύ αξιόλογες επιλογές από κρατικά ομόλογα υψηλής ποιότητας, κυρίως από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως η Γερμανία.

Για να μην πολυλογούμε, η Schrager πολύ απλά υποστηρίζει πως οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων δεν είναι αρκετές για να αποζημιώσουν τους κατόχους τους για τους κινδύνους που αναλαμβάνουν αγοράζοντάς τα. Εκτιμά δηλαδή πως είναι υπερτιμημένα, όπως ακριβώς και ο Τζεφ Γκούντλαχ, υποστηρίζοντας μάλιστα πως στην ουσία μπορεί να μιλάμε για μια φούσκα, πιο επικίνδυνη μάλιστα από αυτό που πολλοί αποκαλούν φούσκα των μετοχών και της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Όπως όμως κάθε φούσκα, κανείς δεν μπορεί να είναι απολύτως σίγουρος πως υπάρχει μέχρι τη στιγμή που αυτή θα σκάσει. Έτσι και στην περίπτωση των ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου, αν οι ανησυχίες ειδικών όπως ο Γκούντλαχ, η Schrager και αρκετοί ακόμα, έχουν βάση θα το μάθουμε μάλλον ξαφνικά.

Και σε μία τέτοια περίπτωση, οι συνέπειες θα είναι εξαιρετικά αρνητικές, όχι μόνο για τις παγκόσμιες αγορές ομολόγων αλλά και γενικότερα για όλο το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ξέρουμε πως αυτό που αποκαλείται «μαύρος κύκνος» είναι ένα απρόβλεπτο γεγονός και στη συγκεκριμένη περίπτωση αρκετοί έχουν μας έχουν ήδη προειδοποιήσει σχετικά με τους κινδύνους από την κατάσταση της αγοράς ομολόγων.

Ακόμα όμως και αν ένα τέτοιο γεγονός δεν ανταποκρίνεται πλήρως στον ορισμό του φαινομένου, τα αποτελέσματά του θα είναι ακριβώς αυτά που περιμένει κανείς από έναν μαύρο κύκνο. 



Πηγή

ΕλληνικήelΕλληνικήΕλληνική

Σύνδεση

Εγγραφή

Επαναφορά κωδικού

Πληκτρολογήστε το ψευδώνυμο ή την ηλ. διεύθυνσή σας και θα σας αποσταλεί σύνδεσμος να δημιουργήσετε νέο συνθηματικό.