Φόρτωση Text-to-Speech…
Το 2027, πάνω από το 50% των συνολικών φορολογικών εσόδων της χώρας –τα οποία θα φτάσουν αισίως στο ιστορικό υψηλό των περίπου 78 δισ. ευρώ, ενισχυμένα κατά περίπου 27 δισ. ευρώ συγκριτικά με πριν από μια 10ετία, καθώς το 2018 ήταν 51,3 δισ. ευρώ– θα προέλθουν από δύο πηγές: τον ΦΠΑ και τον φόρο εισοδήματος των επιχειρήσεων. Τα στοιχεία καταγράφουν πολύ μεγάλη αλλαγή στη «συνταγή», καθώς το μερίδιο αυτών των δύο δεξαμενών έχει αυξηθεί κατά περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με πριν από 10 χρόνια.
Σύμφωνα με το προσχέδιο του προϋπολογισμού 2027, τα φορολογικά έσοδα προβλέπεται να διαμορφωθούν στα 77,9 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 2,15 δισ. ευρώ σε σχέση με την εκτίμηση για το 2026. Η μεγαλύτερη πηγή παραμένει ο ΦΠΑ, με 30,6 δισ. ευρώ ή το 39,3% του συνόλου. Ακολουθούν ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων με 17 δισ. ευρώ (21,8%), ο φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων με 9,8 δισ. ευρώ (12,6%) και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης με 7,3 δισ. ευρώ (9,4%). Οι φόροι ακίνητης περιουσίας αποδίδουν 2,4 δισ. ευρώ (3%), ενώ όλες οι υπόλοιπες κατηγορίες μαζί περίπου 10,8 δισ. ευρώ.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι εισπράξεις από τον ΦΠΑ προβλέπεται να υποχωρήσουν οριακά το 2027, στα 30,58 δισ. ευρώ, από 30,78 δισ. ευρώ το 2026, δηλαδή κατά περίπου 200 εκατ. ευρώ. Η μείωση δεν αποτυπώνει αποδυνάμωση της κατανάλωσης ούτε πρόθεση μείωσης συντελεστών, αλλά οφείλεται σε συγκυριακούς λόγους, με κυριότερο το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Τα έργα και οι επενδύσεις που χρηματοδοτήθηκαν από το Ταμείο ενίσχυσαν τα τελευταία χρόνια τις εισπράξεις ΦΠΑ, μια πρόσθετη πηγή εσόδων που εκλείπει με την ολοκλήρωση του προγράμματος.
Η σύγκριση με το 2018 αναδεικνύει το εύρος της αλλαγής. Τότε τα φορολογικά έσοδα ανέρχονταν σε 51,3 δισ. ευρώ, δηλαδή 26,6 δισ. ευρώ λιγότερα από την πρόβλεψη για το 2027 (αύξηση 51,8%). Ο ΦΠΑ απέφερε 17,2 δισ. ευρώ και ο φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων μόλις 4,4 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα οι δύο πηγές να καλύπτουν το 42,2% των εσόδων, έναντι 51,9% το 2027. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, οι φόροι αυξάνονται από 27,8% σε 28,4%.
Στο ίδιο διάστημα το ονομαστικό ΑΕΠ αυξάνεται κατά 48,7%, από 184,7 δισ. σε 274,6 δισ. ευρώ. Πολύ ταχύτερα κινούνται τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων, τα οποία υπερδιπλασιάζονται (+122,3%), καθώς και τα έσοδα από τον ΦΠΑ (+77,5%). Ταχύτερα από την οικονομία αυξάνεται και ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων (+56,1%), αν και με μικρότερη απόσταση.
Αντιθέτως, αρκετές κατηγορίες υστερούν σημαντικά έναντι του ΑΕΠ. Οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης μένουν ουσιαστικά στάσιμοι, με αύξηση μόλις 2,2% (από 7,15 δισ. σε 7,31 δισ. ευρώ), ενώ οι φόροι κεφαλαίου αυξάνονται κατά 11%. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα έσοδα μειώνονται και σε απόλυτους αριθμούς: οι φόροι ακίνητης περιουσίας υποχωρούν κατά 22,6% (από 3,06 δισ. σε 2,37 δισ. ευρώ), οι λοιποί φόροι επί της παραγωγής κατά 52,6% (από 1,3 δισ. σε 0,6 δισ. ευρώ) και οι λοιποί τρέχοντες φόροι κατά 6,9%.
Οι διαφορετικές ταχύτητες αλλάζουν τη σύνθεση των εσόδων. Το μεγαλύτερο κέρδος μεριδίου καταγράφει ο ΦΠΑ, από 33,6% το 2018 σε 39,3% το 2027 (+5,7 μονάδες), και ακολουθεί ο φόρος νομικών προσώπων, από 8,6% σε 12,6% (+4 μονάδες). Οριακά ενισχύονται ο φόρος φυσικών προσώπων (από 21,2% σε 21,8%) και οι φόροι επί των εισαγωγών (από 0,5% σε 0,7%). Στον αντίποδα, οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης χάνουν 4,5 μονάδες (από 13,9% σε 9,4%) και οι φόροι ακίνητης περιουσίας υποχωρούν στο μισό (από 6% σε 3%). Μειωμένο μερίδιο έχουν επίσης οι λοιποί τρέχοντες φόροι (από 4,8% σε 3%), οι λοιποί φόροι επί της παραγωγής (από 2,5% σε 0,8%) και οι φόροι κεφαλαίου (από 0,5% σε 0,3%).
Η αλλαγή του εισπρακτικού μοντέλου αποδίδεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην τεχνολογία. Η ραγδαία διάδοση των ηλεκτρονικών πληρωμών περιόρισε τις συναλλαγές με μετρητά και, κατ’ επέκταση, τη φοροδιαφυγή στον ΦΠΑ, με αποτέλεσμα σημαντικά υψηλότερες εισπράξεις. Παράλληλα, τα ηλεκτρονικά βιβλία και η ψηφιακή τιμολόγηση έκαναν διαφανείς τις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων, γεγονός που οδήγησε σε περισσότερα δηλωθέντα κέρδη από την πλευρά των νομικών προσώπων και, επομένως, σε υψηλότερο φόρο εισοδήματος.
Πρέπει, πάντως, να επισημανθεί ότι η εικόνα για τις επιχειρήσεις είναι στην πραγματικότητα ακόμη ισχυρότερη: ο φόρος επί των μερισμάτων που διανέμουν οι εταιρείες δεν πιστώνεται στα φορολογικά έσοδα από νομικά πρόσωπα, αλλά σε εκείνα από φυσικά πρόσωπα. Μέρος, επομένως, της αυξημένης κερδοφορίας των επιχειρήσεων εμφανίζεται στα στοιχεία ως έσοδο από τη φορολογία των φυσικών προσώπων.

