Πριν από μερικούς μήνες, ένας παλιός φίλος, μεσίτης στα δυτικά προάστια, μου είπε γελώντας: «Από τότε που βγήκε το πρόγραμμα, δεν πουλάω σπίτια, κάνω δημοπρασίες». Τότε το πήρα για αστείο. Όμως τα τελευταία νούμερα που διάβασα το επιβεβαιώνουν.
Από τις 120.000 αιτήσεις στο «Σπίτι μου 2», μόνο 14.500 κατέληξαν σε αγορά ακινήτου. Περίπου ένας στους οκτώ αιτούντες. Οι άλλοι επτά πήραν ένα χαρτί με την έγκριση, έψαξαν, πλειοδότησαν, έχασαν και γύρισαν στο νοίκι, που κι αυτό στο μεταξύ ανέβηκε.
Για την ακρίβεια, συνέβαλαν και οι ίδιοι στην άνοδό του, ψάχνοντας και πλειοδοτώντας για «χρέπια».
Το πιο εύγλωττο στοιχείο, όμως, δεν είναι το ποσοστό των «τυχερών» που βρήκαν να αγοράσουν ακίνητο με επιδότηση επιτοκίου. Είναι η τιμή. Διαμερίσματα των 150–170 χιλ. ευρώ, που πριν από το πρόγραμμα έμεναν μήνες στις αγγελίες χωρίς σοβαρό ενδιαφέρον, βρέθηκαν ξαφνικά στα 180–200 χιλ. ευρώ, με δεκάδες υποψηφίους στην πόρτα. Τα ίδια τετραγωνικά, ο ίδιος όροφος, η ίδια υγρασία στο μπάνιο. Άλλαξε μόνο ένα πράγμα: ο αγοραστής είχε στην τσέπη φθηνό δημόσιο χρήμα.
Κάθε πρωτοετής φοιτητής οικονομικών το ξέρει. Όταν επιδοτείς τη ζήτηση σε μια αγορά με ανελαστική προσφορά, δεν φθηναίνεις το προϊόν. Ανεβάζεις την τιμή του. Το όφελος της επιδότησης δεν το κρατάει αυτός στον οποίο απευθύνεται, το καρπώνεται ο πωλητής. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ιδιοκτήτες. Το κράτος υποτίθεται ότι βοηθούσε τους νέους να αγοράσουν σπίτι. Στην πράξη, χρηματοδότησε μια μεταφορά πλούτου από τον φορολογούμενο προς όποιον έτυχε να έχει ένα παλιό διαμέρισμα στη σωστή ζώνη τιμών.
Και τι διαμέρισμα! Το πρόγραμμα έσπρωξε τη ζήτηση σε ακίνητα άνω των 40 ετών, σε πολυκατοικίες της αντιπαροχής που θέλουν ηλεκτρολογικά, υδραυλικά, κουφώματα, μόνωση. Δηλαδή, άλλα 10 ή 20 χιλιάρικα που κανείς δεν έβαλε στον αρχικό λογαριασμό. Ο νέος δανειολήπτης μπαίνει στο σπίτι έχοντας ήδη τεντώσει τον προϋπολογισμό του στο όριο, με δόση που βγαίνει μόνο αν όλα πάνε καλά. Χωρίς περιθώριο για μια απόλυση, μια αρρώστια, μια άνοδο των επιτοκίων.
Αυτή την ταινία την έχουμε ξαναδεί. Λεγόταν «κόκκινα» δάνεια και μας κόστισε μια δεκαετία. Τότε οι τράπεζες δάνειζαν αφειδώς και το κράτος χειροκροτούσε. Σήμερα το κράτος εγγυάται και οι τράπεζες δανείζουν με ήσυχη τη συνείδησή τους, αφού το ρίσκο το σηκώνει κάποιος άλλος. Αυτός ο «κάποιος άλλος» είμαστε όλοι εμείς.
Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για «χιλιάδες νέους ιδιοκτήτες». Το αρμόδιο υπουργείο μετράει εγκρίσεις, όχι αποτελέσματα. Και ήδη ετοιμάζεται το «Σπίτι μου 3», με την ίδια συνταγή. Περισσότερο χρήμα στη ζήτηση, καμία ουσιαστική παρέμβαση στην προσφορά. Ούτε δημόσια ακίνητα στην αγορά, ούτε γενναία αύξηση του συντελεστή δόμησης, ούτε γρήγορη έκδοση πολεοδομικών αδειών, ούτε φορολογικό κίνητρο για να βγουν στην αγορά τα κλειστά σπίτια. Μόνο υποσχέσεις και ένα ακόμη τσεκ που θα καταλήξει στην τσέπη του πωλητή.
Το στεγαστικό δεν λύνεται με επιδοτήσεις. Λύνεται με τούβλα. Με περισσότερα σπίτια, χτισμένα γρηγορότερα, σε περισσότερα σημεία. Οτιδήποτε άλλο είναι προεκλογικό αναλγητικό που ανεβάζει τον πυρετό. Είναι λαϊκισμός και σοσιαλιστικό «ματζούνι» που προσωρινά ανακουφίζει, αλλά στην ουσία επιδεινώνει την κατάσταση.
Δεν θα ρίξω, όμως, όλο το φταίξιμο στην κυβέρνηση. Η κυβέρνηση δίνει αυτό που ζητάμε. Κι εμείς, ως κοινωνία, ζητάμε πάντα το ίδιο: να πληρώσει κάποιος άλλος. Χειροκροτούμε κάθε «πρόγραμμα» και κάθε «επίδομα» και ύστερα απορούμε γιατί τα σπίτια ακριβαίνουν.
Όσο ψηφίζουμε με τη λογική της παροχής, θα παίρνουμε πολιτικές που βοηθούν πάντα αυτόν που ήδη έχει. Και στο «Σπίτι μου 4» θα είμαστε πάλι εδώ, να μετράμε πόσοι από τους οκτώ έμειναν στο νοίκι.
Το στεγαστικό πρόβλημα, όμως, έχει και μια άλλη διάσταση που πολλοί υποτιμούν. Στην Ελλάδα, περίπου το 70% του πληθυσμού ιδιοκατοικεί. Δηλαδή, μένει σε ιδιόκτητο ακίνητο. Η άνοδος των τιμών των ακινήτων και των ενοικίων ευνοεί περισσότερους απ’ όσους πλήττει.
Πλήττει, βέβαια, τους νεότερους και οικονομικά ασθενέστερους, που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για να επιδοτηθούν προκειμένου να αγοράσουν ένα «χρέπι» σε τιμή διαμερίσματος.
Η κατάσταση αυτή αυξάνει τα οκτάνια στο καύσιμο της αντισυστημικότητας, που απειλεί να μετατρέψει τις πόλεις μας σε ένα φλεγόμενο και λεηλατούμενο Παρίσι.
📬🖊️ Reader letters
Περί Σιγκαπούρης
Προς Κώστα Στούπα.
Διάβασα μια επιστολή αναγνώστη από τη Σιγκαπούρη, όπου έχω εργαστεί για πολύ μικρό χρονικό διάστημα πέντε μηνών.
Έχοντας εργαστεί σε περισσότερες από 14 χώρες έως σήμερα, σε τρεις ηπείρους, έχω σχηματίσει ορισμένες απόψεις για το τι σημαίνει μια επιτυχημένη χώρα.
Παρουσιάζουμε συνήθως μόνο μία πτυχή της Σιγκαπούρης: την οικονομική της επιτυχία.
Πρέπει να πω ότι οι χώρες της Ανατολικής Ασίας με σημαντική κινεζική παρουσία, μετά τη λήξη της αποικιοκρατίας, έχουν παρουσιάσει αξιοσημείωτη οικονομική ανάπτυξη.
Ο συνδυασμός της κομφουκιανής εργατικότητας με τον καπιταλισμό έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικός.
Ταϊβάν, Χονγκ Κονγκ, Μακάο και Σιγκαπούρη. Ακόμη και στη μουσουλμανική Μαλαισία, η κινεζική μειονότητα παράγει διπλάσιο ΑΕΠ από αυτό που θα της αναλογούσε
με βάση το ποσοστό της στον συνολικό πληθυσμό της χώρας. Επισείς οι αντίστοιχες αυτές τέσσερις χώρες είναι σχεδόν πάντα, στο τοπ 10 αποτελεσμάτων PISA.
Αυτή η οικονομική επιτυχία των Κινέζων προκαλεί φθόνο, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου η κινεζική διασπορά αποτελεί μικρό ποσοστό του πληθυσμού.
Την εποχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην Άπω Ανατολή, εργαζόμουν στην Κίνα. Στη μουσουλμανική Ινδονησία, τότε, συνέβησαν τα εξής:
Οι βίαιες επιθέσεις εναντίον των Κινέζων της Ινδονησίας κορυφώθηκαν τον Μάιο του 1998. Η κινεζική μειονότητα, η οποία αποτελούσε περίπου το 2% του πληθυσμού, είχε ιστορικά ισχυρή παρουσία στο λιανικό εμπόριο και στην οικονομία.
Το δικτατορικό καθεστώς του προέδρου Σουχάρτο και ανώτατοι στρατιωτικοί αξιωματούχοι επιχείρησαν να στρέψουν την οργή του κόσμου μακριά από τις δικές τους ευθύνες, παρουσιάζοντας τους Κινέζους ως «προδότες»
και υπαίτιους για τις αυξήσεις των τιμών. Οι ταραχές του Μαΐου του 1998 ήταν εξαιρετικά αιματηρές, καθώς περισσότεροι από 1.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Παράλληλα, καταγράφηκαν εκατοντάδες φρικιαστικές περιπτώσεις μαζικών βιασμών γυναικών κινεζικής καταγωγής.
Ας επιστρέψουμε, όμως, στη Σιγκαπούρη.
Ναι, πρόκειται για ένα οικονομικά επιτυχημένο μοντέλο, αν αναλογιστούμε ότι κάποτε ήταν ένα λασποχώρι. Τι ζωή κάνει, όμως, ο μέσος εργαζόμενος εκεί; Έχει ποιότητα;
Το εργασιακό ήθος, βασισμένο στο κινεζικό μοντέλο, είναι τέτοιο ώστε, αν δεν φύγει ο διευθυντής από το γραφείο, δεν φεύγουν ούτε οι εργαζόμενοι, ακόμη κι αν δεν έχουν πλέον δουλειά να κάνουν!
Πέρα από την εργασία, η οποία καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας τους, οι άνθρωποι είτε πηγαίνουν στο σπίτι τους ,είτε καταναλώνουν στα Mall. Ουσιαστικά, δεν υπάρχει ιδιαίτερη διασκέδαση. Tα κλαμπ, και τα εστιατόρια , τις καθημερινές, είναι σχεδόν άδεια, καθώς δεν πηγαίνουν ούτε οι νέοι.
Στη χώρα αυτή, όπου διαμένει ο καθηγητής Οικονομικών Μαρινάκης, ο οποίος ασκεί κριτική στο πολιτικό σύστημα της Ελλάδας ,μέσα από τα βίντεό του, επικρατεί το ίδιο κόμμα στην κυβέρνηση εδώ και 73 χρόνια.
Κανένα άλλο κόμμα δεν έχει αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας από τότε που αποχώρησαν οι Βρετανοί. Πάντα το ίδιο .
Υπήρξαν δε εκλογές που το κυβερνών κόμμα κέρδισε το 100% των εδρών του κοινοβουλίου !!! Τόσο δημοκρατικό καθεστώς στη χωρά από την οποία κάνει κριτική στο δικό μας ο κυρός Μαρινάκης.
Τα όρια μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας είναι δυσδιάκριτα. Εάν ασκήσεις κριτική στην κυβέρνηση, σύντομα να βρεθείς στη φυλακή.
Επιπλέον, οι δικαστικές ποινές είναι ιδιαίτερα αυστηρές και περιλαμβάνουν τόσο τον δικαστικό ραβδισμό όσο και τη θανατική ποινή.
Το δημογραφικό πρόβλημα. Οι δείκτες γονιμότητας σε αυτές τις χώρες είναι εξαιρετικά χαμηλοί:
- Μακάο: 0,47 παιδιά ανά γυναίκα.
- Ταϊβάν: 0,69 παιδιά ανά γυναίκα.
- Χονγκ Κονγκ: 0,73 παιδιά ανά γυναίκα.
- Σιγκαπούρη: 0,87 παιδιά ανά γυναίκα.
Στη Σιγκαπούρη, ωστόσο, ο συνολικός δείκτης γονιμότητας επηρεάζεται και από τη εκεί μουσουλμανική και ινδική μειονότητα, μεταξύ των Κινέζων της χώρας εκτιμάται ότι βρίσκεται περίπου στο 0,73.
Δεδομένου ότι απαιτούνται περίπου 2,1 παιδιά ανά γυναίκα για να διατηρείται ένας πληθυσμός σταθερός μακροπρόθεσμα, ένας δείκτης γονιμότητας της τάξης του 0,7 σημαίνει ότι,
εφόσον παραμείνει σταθερός επί διαδοχικές γενιές, κάθε νέα γενιά θα είναι περίπου το ένα τρίτο του μεγέθους της προηγούμενης.
Τα αποτελέσματα, βέβαια, δεν γίνονται ορατά μέσα σε έναν χρόνο. Εμφανίζονται σταδιακά, καθώς περνούν οι δεκαετίες. Για να το κάνω πιο απτό, το έκανα ερώτηση στο ΑΙ. Απάντηση :
Σήμερα Σιγκαπούρη: 6.210.000 κάτοικοι
1η γενιά: 2.070.000 κάτοικοι
2η γενιά: 690.000 κάτοικοι
3η γενιά: 230.000 κάτοικοι
Σημείωση, το 0,7 οι πρόδρομοι δείχτες δείχνουν να χειροτερεύει και όχι να καλυτερεύει, τουλάχιστον στο προβλεπτό μέλλον.
Λοιπόν, θα ήθελα η Ελλάδα του μέλλοντος να είναι μια επιτυχημένη ευρωπαϊκή χώρα, αλλά όχι μια δεύτερη Σιγκαπούρη…
Χαιρετισμούς,
Nikos

