Σε μια περίοδο κατά την οποία οι αποτιμήσεις των τεχνολογικών κολοσσών δοκιμάζονται από τις τεράστιες επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη, οι αγορές επιχειρούν να διακρίνουν εάν βρίσκονται μπροστά σε μια νέα χρηματιστηριακή φούσκα ή σε μια βαθύτερη αλλαγή του οικονομικού μοντέλου του κλάδου. Οι εταιρείες τεχνολογίας μετατρέπονται από μηχανές παραγωγής ρευστότητας σε επιχειρήσεις εντάσεως κεφαλαίου, επενδύοντας δισεκατομμύρια σε data centers, προηγμένα τσιπ και υποδομές.

Ο Chief Economist της Forvis Mazars Financial Planning UK, Γιώργος Λαγαρίας, σε συνέντευξή του στο Liberal εκτιμά ότι η αγορά δεν έχει χάσει την εμπιστοσύνη της, αλλά βρίσκεται σε διαδικασία μεταμόρφωσης. Αναλύει τον ανταγωνισμό Δύσης–Κίνας στην τεχνολογία, τον κίνδυνο ενός κινεζικού «Sputnik moment», τις προοπτικές του χρυσού και τα περιορισμένα περιθώρια των κεντρικών τραπεζών να αντιμετωπίσουν τον πληθωρισμό χωρίς να πλήξουν την ανάπτυξη.

Interview with Christos Th. Panagopoulos

Οι επιβεβαιώσεις και οι διαψεύσεις της αποτελεσματικότητας και της κερδοφορίας των επενδύσεων στις εταιρείες ΑΙ, εναλλάσσονται σχεδόν καθημερινά. Με τις αντίστοιχες τιμές των μετοχών να γυρνούν από ζημιές σε κέρδη, με την ταχύτητα του φωτός. Τι είναι αυτό που περιμένουν οι αγορές για να αποκτήσουν μια πιο ασφαλή εικόνα για το αύριο;

Κατ’ αρχάς, πρέπει να εξηγήσουμε ότι έχει μετασχηματιστεί μέσα σε λίγους μήνες η φύση της επένδυσης στην τεχνολογία. Πριν από δύο χρόνια, όταν αγόραζες μια εταιρεία τεχνολογίας, αγόραζες μια εταιρεία που παρήγαγε ταμειακές ροές, οι οποίες ήταν πολύ μεγαλύτερες από τα ποσά που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για επενδύσεις, και επέστρεφε επίσης χρήματα στους επενδυτές, με τη μορφή share buybacks, δηλαδή επαναγορών ιδίων μετοχών.

Παλαιότερα, λοιπόν, επένδυες σε εταιρείες οι οποίες είχαν ισολογισμούς χωρίς χρέος, καθαρούς ισολογισμούς. Τώρα, όταν επενδύεις σε μια εταιρεία τεχνολογίας, επενδύεις σε εταιρείες που παίρνουν αυτές τις ταμειακές ροές και τις μετατρέπουν σε επενδύσεις, σε capital expenditure, δηλαδή κεφαλαιουχικές δαπάνες. Επενδύουν σε data center κ.λπ. Και επειδή ούτε αυτά τα χρήματα επαρκούν, δανείζονται επιπλέον, κάτι που σημαίνει ότι οι ισολογισμοί τους είναι λιγότερο καθαροί. Άρα, η κερδοφορία μείον τις κεφαλαιουχικές δαπάνες είναι πλέον ένα πολύ διαφορετικό «ζώο» για τους επενδυτές.

Παλαιότερα ήταν πολύ εύκολο να επενδύσεις σε εταιρείες τεχνολογίας. Τώρα το επενδυτικό θέμα είναι πιο πολύπλοκο. Και επειδή αρκετοί επενδυτές είναι retail επενδυτές, δεν παραμένουν σε μια αγορά, η οποία δεν τους δίνει τις αποδόσεις που τους έδινε παλαιότερα. Δεν κάθονται για πολύ. Θα κοιτάξουν να βρουν τις επόμενες μετοχές με momentum, εντός ή εκτός του τεχνολογικού χώρου. Παράδειγμα αποτελεί η SpaceX.

Εγκαταλείπουν έτσι κάποιους από τους κολοσσούς της τεχνολογίας. Τι θέλω να πω με αυτό; Εκεί που η κερδοφορία ήταν εύκολη, τώρα, εάν εξετάσεις τα καθαρά κέρδη μείον τις κεφαλαιουχικές και τις επενδυτικές δαπάνες, αυτά τα καθαρά κέρδη είναι λιγότερα. Άρα είναι πολύ εύκολο να μην πετύχεις πλήρως τις προσδοκίες των αναλυτών, γιατί πλέον υπάρχει μεγαλύτερο περιθώριο λάθους.

Προσωπικά, δεν νομίζω ότι η αγορά έχασε ποτέ την εμπιστοσύνη της. Αυτό που συνέβη είναι ότι αποχωρούν οι retail επενδυτές, οι οποίοι δεν έχουν την υπομονή για αυτό στο οποίο εξελίσσεται τώρα η τεχνολογία: μια μακροπρόθεσμη επένδυση. Έχει αλλάξει η φύση αυτών των εταιρειών, τουλάχιστον έως το 2030, και έχει αλλάξει και το μείγμα των επενδυτών. Έτσι πρέπει να το διαβάζουμε: όχι ως μια αγορά που έχασε την εμπιστοσύνη της, αλλά ως μια αγορά, η οποία υφίσταται μια μεταμόρφωση λόγω της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Την ίδια ασταθή εικόνα παρουσιάζουν οι μετοχές των εταιρειών μνήμης με αποτέλεσμα ο δείκτης KOSPI του Χρηματιστηρίου του Σεούλ να βυθίζεται στο κόκκινο, προκαλώντας ανησυχίες για το ενδεχόμενο εκδήλωσης συστημικού κινδύνου. Έχει μεταδοθεί και σε αυτόν τον κλάδο το μικρόβιο της ανησυχίας; Τι ακριβώς συμβαίνει;

Εδώ να πούμε ότι ο KOSPI είναι ένας δείκτης αγοράς με χαμηλότερη ρευστότητα από άλλους δείκτες. Επίσης, οι αποτιμήσεις τόσο της Samsung όσο και της SK Hynix δεν είναι ιδιαίτερα υψηλές. Πρόκειται για έναν δείκτη που είναι συνηθισμένος στη μεταβλητότητα. Ποιος δεν είναι συνηθισμένος στη μεταβλητότητα; Ο δυτικός επενδυτής που ξαφνικά ανακάλυψε τις κορεατικές μετοχές.

Άρα, είναι πολύ δύσκολο ο KOSPI, ως δείκτης, να ρίξει το παγκόσμιο χρηματιστήριο. Είναι ένας δείκτης που εδώ και χρόνια εμφανίζει μεταβλητότητα, όπως οι περισσότερες ασιατικές αγορές. Θεωρώ απλώς ότι αυξήθηκε η έκθεση δυτικών επενδυτών —και τονίζω και πάλι, κυρίως retail επενδυτών— στις αγορές αυτές. Επένδυσαν στη SK Hynix ή στη Samsung, ειδικά τώρα που η SK Hynix εξέδωσε American Depositary Receipts, ADR, και εισήχθη σε ένα χρηματιστήριο για το οποίο, όμως, δεν έχουν επαρκή γνώση.

Και πάλι, λοιπόν, μιλάμε για έκθεση retail επενδυτών σε αυτό το επενδυτικό θέμα. Ωστόσο, το underlying theme, δηλαδή η ζήτηση τα επόμενα χρόνια για μνήμες RAM όσο χτίζονται αυτά τα data center, είναι τεράστια και υπερβαίνει κατά πολύ την προσφορά. Η Apple μάς έδειξε τον δρόμο: αύξησε κατά 20% τις τιμές όλων των προϊόντων της, πλην του iPhone. Γιατί; Επειδή ακριβώς οι μνήμες γίνονται ακριβότερες.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι αυτό που παράγουν η SK Hynix and Samsung έχει πάρα πολύ μεγάλη ζήτηση, η οποία σε κάθε περίπτωση υπερβαίνει την προσφορά. Παράλληλα, διαθέτουν τις τεχνολογικές δυνατότητες να βρίσκονται πολύ μπροστά από τους περισσότερους ανταγωνιστές τους. Έχουν, δηλαδή, αυτό που αποκαλούμε «οικονομική τάφρο».

Ναι μεν υπάρχει μεταβλητότητα, ναι μεν υπάρχουν retail επενδυτές που τώρα μπαίνουν σε αυτόν τον κόσμο και φοβούνται, αλλά πρέπει να θυμόμαστε ότι η οικονομική λογική πίσω από αυτές τις εταιρείες εξακολουθεί να είναι ισχυρή. Δεδομένου, μάλιστα, ότι οι αποτιμήσεις δεν είναι στρατοσφαιρικές, η οικονομική λογική παραμένει σωστή. Δεν λέω να τις αγοράσει κανείς ούτε ότι αποτελούν επενδυτική ευκαιρία — αυτό εναπόκειται στον επενδυτή —, λέω όμως ότι δεν έχουν χαρακτηριστικά φούσκας. Και αν κάτι δεν έχει χαρακτηριστικά φούσκας, δεν είναι εύκολο να δημιουργήσει συστημική αναταραχή.

Οι πρόσφατες ενδείξεις ότι η Κίνα επιταχύνει την εγχώρια παραγωγή προηγμένων τσιπ προκάλεσαν αναταράξεις στις μετοχές του κλάδου. Σε ποιον βαθμό μπορεί αυτή η τεχνολογική πρόοδος να ανατρέψει τις αποτιμήσεις και τις ισορροπίες στις διεθνείς αγορές ημιαγωγών και ποιοι εκτιμάτε ότι θα είναι οι βασικοί κερδισμένοι και χαμένοι για τους επενδυτές;

Πρέπει να εξηγήσουμε ότι υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά στην προσέγγιση της τεχνολογίας ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή. Στη Δύση υπάρχουν χιλιάδες εταιρείες που ανταγωνίζονται για να πετύχουν το καλύτερο προϊόν σε μια ανοιχτή αγορά. Και επειδή ο ανταγωνισμός είναι τόσο έντονος, συνήθως κάποιες από αυτές τις εταιρείες πετυχαίνουν ένα προϊόν σαφώς ανώτερο από τα υπόλοιπα.

Στην Ανατολή, αντιθέτως, τα περισσότερα γίνονται με κρατικές παρεμβάσεις και κρατικές εντολές, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει αυτός ο έντονος ανταγωνισμός, η ανάγκη δηλαδή να κάνεις κάτι καλύτερα από τον αντίπαλο.

Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Η ιστορία μάς διδάσκει ότι, στην παραγωγή μικροτσίπ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, τη δεκαετία του 1970, η Σοβιετική Ένωση αντέγραφε τα αμερικανικά τσιπ. Μέχρι να καταφέρει να παράγει ένα δικό της εξίσου καλό με το αμερικανικό, οι Αμερικανοί είχαν προχωρήσει δύο γενιές μπροστά.

Επομένως, είμαι σκεπτικός όσον αφορά τις κινεζικές τεχνολογικές δυνατότητες και την πιθανή επιτυχία ενός μοντέλου που θα περάσει μπροστά στην κατασκευή τσιπ. Για παράδειγμα, η Huawei παράγει μικροτσίπ με κυκλώματα έως τεσσάρων νανομέτρων, δηλαδή 2, 3 ή 4 νανόμετρα. Για να καταλάβετε το μέγεθος, ένας ιός έχει διάμετρο περίπου 150 νανόμετρα. Μιλάμε, λοιπόν, για εξαιρετικά μικρές διαστάσεις. Μέχρι στιγμής, οι Κινέζοι είχαν καταφέρει να κατασκευάσουν μικροτσίπ στα 28 νανόμετρα, τα οποία μοιάζουν «γίγαντες» μπροστά στα άλλα.

Το θέμα, ωστόσο, δεν είναι μόνο η κατασκευή καλύτερων μικροτσίπ. Το ερώτημα είναι ποιος θα κατασκευάσει πρώτος τον πρώτο λειτουργικό κβαντικό υπολογιστή και αν θα διαθέτει την τεχνολογία και την ενέργεια για να στηρίξει Τεχνητή Νοημοσύνη πάνω σε έναν κβαντικό υπολογιστή. Επειδή αυτό το επίτευγμα μπορεί να έρθει είτε από την Ανατολή είτε από τη Δύση, κρατώ μικρό καλάθι στις προβλέψεις ότι οι Κινέζοι θα ανατρέψουν τα δεδομένα στον τομέα της τεχνολογικής υπεροχής.

Έχοντας πει αυτό, θα μπορούσαν με κάποιον τρόπο να μας εκπλήξουν τεχνολογικά, διότι υπάρχει τουλάχιστον μία σπάνια εξαίρεση στον κανόνα που ανέφερα: ο Sputnik. Αυτά ονομάζονται «Sputnik moments». Όπως η Σοβιετική Ένωση σόκαρε τη Δύση στέλνοντας πρώτη δορυφόρο στο διάστημα και περνώντας προσωρινά μπροστά τεχνολογικά, έτσι μπορεί να υπάρξει ξανά ένα «Sputnik moment». Εάν συμβεί, θεωρώ ότι θα δούμε σίγουρα μια πολύ μεγάλη υποχώρηση των δυτικών εταιρειών τεχνολογίας.

Κάθε ανοδικός χρηματιστηριακός κύκλος τελειώνει εν μέσω γιγαντιαίων αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου, εξαγορών, συγχωνεύσεων και διανομών μετοχών, κάτι που βλέπουμε να γίνεται και σήμερα. Βρισκόμαστε κοντά στο «σκάσιμο» μιας φούσκας κατά την άποψή σας;

Για κάθε ένα από αυτά τα χαρακτηριστικά του κύκλου πρέπει να διαχωρίζουμε το αίτιο από το αιτιατό. Κάθε φούσκα έχει μια κορύφωση. Στην κορύφωσή της βλέπουμε πράγματι εξαγορές, συγχωνεύσεις και πολλά IPOs. Παρ’ όλα αυτά, δεν βλέπουμε πολλά IPOs μόνο στην κορυφή· τα βλέπουμε και στον πυθμένα ενός κύκλου.

Δεν νομίζω ότι όσα βλέπουμε τώρα αποτελούν απαραίτητα ένδειξη ότι μια φούσκα ετοιμάζεται να σκάσει, και θα σας εξηγήσω γιατί. Βλέπουμε πολλά IPOs διότι βρισκόμαστε στην τέταρτη και, μαζί, στην πέμπτη βιομηχανική επανάσταση. Χρειάζονται πάρα πολλά χρήματα για τα data center. Χρειάζονται επίσης πάρα πολλά χρήματα για αυτόν τον γεωπολιτικό και γεωοικονομικό αγώνα, ώστε η Δύση να μη λυγίσει απέναντι στην Ανατολή στον τομέα της τεχνολογίας. Αυτά τα χρήματα θα αντληθούν από τις αγορές.

Ας μη συγχέουμε, λοιπόν, μια φούσκα που έχει κυρίως ως οδηγό την πίστωση με αυτό που βλέπουμε αυτή τη στιγμή, το οποίο έχει γεωοικονομική και γεωστρατηγική σημασία. Αυτό είναι το πρώτο. Δεύτερον, το κοινό χαρακτηριστικό μιας φούσκας είναι η απόλυτη πεποίθηση ότι οι μετοχές δεν πρόκειται να πέσουν ποτέ, ό,τι κι αν συμβεί. Τους τελευταίους μήνες, όμως, το μόνο που ακούω είναι: «Είναι φούσκα, θα σκάσει», «Δεν εμπιστεύομαι τις μετοχές», «Δεν επενδύω», «Οι αποτιμήσεις είναι πάρα πολύ υψηλές» κ.λπ.

Δεν έχω δει φούσκα να σκάει χωρίς να υπάρχει στην αγορά η πλήρης βεβαιότητα ότι τα πάντα μπορούν να κινηθούν μόνο ανοδικά. Αντιθέτως, εγώ βλέπω μια αγορά που φοβάται πάρα πολύ. Άρα, δεν υπάρχει αυτό το χαρακτηριστικό του σκασίματος μιας φούσκας.

Και τι είδαμε στις τεχνολογικές μετοχές, στην Nvidia κ.λπ., τους τελευταίους μήνες; Είδαμε ξεφούσκωμα. Δεν είδαμε σκάσιμο φούσκας· είδαμε το ξεφούσκωμα ενός μπαλονιού, κάτι που θεωρώ πολύ πιο υγιές. Είδαμε, δηλαδή, την αποτίμηση των Magnificent Seven να υποχωρεί από τις 36 ή 40 φορές τα κέρδη στις 26 φορές, πολύ πιο κοντά στις 22 φορές, που είναι ο γενικός διάμεσος, και στις 19 φορές, που είναι ο μέσος όρος του S&P 500 τα τελευταία χρόνια.

Άρα, δεν έχουμε αυτή τη στιγμή μπροστά μας κάτι που να μας επιτρέπει να πούμε ότι πρόκειται για φούσκα που θα σκάσει. Ίσα ίσα, έχουμε ένα επενδυτικό σκηνικό που μετεξελίσσεται και, από πίσω, υπάρχει ένας γεωπολιτικός αγώνας για τεχνολογική υπεροχή, πολύ παρόμοιος με τον αγώνα ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και τις ΗΠΑ για το ποιος θα κατακτήσει το Διάστημα τη δεκαετία του 1960. Μόνο που αυτή τη φορά ο αγώνας διεξάγεται μέσα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, γι’ αυτό και τον προσέχουμε. 

Η τιμή του χρυσού βρίσκεται οριακά πάνω από το ψυχολογικό όριο των $4.000/oz. Προς ποια κατεύθυνση περιμένετε την επόμενη κίνηση και ποια θα είναι η αφορμή της;

Η τιμή του χρυσού εκτοξεύτηκε από τα 2.500 στα 5.000 δολάρια μέσα σε λίγους μήνες και ένας βασικός λόγος ήταν ο Ντόναλντ Τραμπ και η πεποίθησή του ότι το δολάριο πρέπει να παραμείνει χαμηλό. Αυτό δημιούργησε πολλούς φόβους για σημαντική υποτίμηση του δολαρίου. Όταν συμβαίνει αυτό, το πρώτο καταφύγιο είναι ο χρυσός.

Δεύτερος λόγος είναι οι κεντρικές τράπεζες, οι οποίες αγόραζαν και συνεχίζουν να αγοράζουν χρυσό, σε μια προσπάθεια αποδολαριοποίησης, ιδίως η ρωσική και η κινεζική. Τρίτος λόγος είναι η είσοδος retail επενδυτών, οι οποίοι αντιμετώπισαν τον χρυσό ως χρηματιστηριακό προϊόν, όπως όλα τα υπόλοιπα. Ένας ακόμη λόγος είναι ότι πολλά crypto Funds, τα οποία ενισχύθηκαν σημαντικά μετά την εκλογή του Τραμπ, χρησιμοποιούσαν κρυπτονομίσματα και προϊόντα χρυσού ως collateral.

Ας δούμε, λοιπόν, αντίστροφα τους παράγοντες που οδήγησαν τον χρυσό υψηλότερα. Τα κρυπτονομίσματα δεν έχουν καταρρεύσει, αλλά σίγουρα έχουν αποδυναμωθεί, άρα υπάρχει μικρότερη ζήτηση για χρυσό από αυτή την πλευρά. Οι κεντρικές τράπεζες, όμως, εξακολουθούν να αγοράζουν.

Όσο για τον Ντόναλντ Τραμπ, ναι, θέλει να βοηθήσει το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, αλλά αυτή τη στιγμή, με τις αυξημένες πληθωριστικές πιέσεις, δεν μπορεί να πιέσει τόσο πολύ για χαμηλότερο δολάριο — όχι όσο ο πληθωρισμός παραμένει στα σημερινά επίπεδα. Σε συνδυασμό με μια Federal Reserve που είναι πιο hawkish, δηλαδή πιο επιθετική στο ζήτημα των επιτοκίων, αυτό συμβάλλει στη σταθεροποίηση του δολαρίου και, συνεπώς, της πορείας του χρυσού.

Έχοντας πει αυτό, θεωρώ ότι μόλις σταθεροποιηθεί ο πληθωρισμός θα ξαναδούμε πιέσεις για χαμηλότερο δολάριο, διότι αυτό αποτελεί κεντρικό σημείο της πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ. Από εκείνο το σημείο και μετά, μπορεί να δούμε ανοδικές πιέσεις στον χρυσό. Επομένως, θα έλεγα ότι, καθώς ο χρυσός βρίσκεται κοντά στα 4.000 δολάρια εδώ και αρκετό διάστημα, το ισοζύγιο των πιέσεων είναι ελαφρώς ανοδικό και όχι πτωτικό. Χρειάζεται, όμως, χρόνος για να υποχωρήσει ο πληθωρισμός, ώστε οι ΗΠΑ να μπορέσουν να επανέλθουν σε πολιτικές που ευνοούν ένα ασθενέστερο δολάριο.

Βλέπουμε ότι ο παγκόσμιος πληθωρισμός κάθε άλλο από παροδικός είναι. Με ποιον τρόπο εκτιμάτε ότι θα τον διαχειριστούν οι κεντρικές τράπεζες, ώστε παράλληλα να μη βλάψουν την παγκόσμια ανάπτυξη;

Θα είμαι σαφής: η δυνατότητα των κεντρικών τραπεζών να ελέγξουν τον πληθωρισμό νομίζω πως είναι μία από τις πιο υπερεκτιμημένες θεωρίες του 20ού και του 21ου αιώνα. Δεν είμαι βέβαιος ότι οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να ελέγξουν τον πληθωρισμό περισσότερο από όσο οι μετεωρολόγοι μπορούν να ελέγξουν τη βροχή.

Και θα σας εξηγήσω γιατί. Αυτή τη στιγμή ο πληθωρισμός είναι πληθωρισμός προσφοράς. Έχει περιοριστεί η ροή πετρελαίου από τα Στενά του Ορμούζ, έχουν αυξηθεί οι τιμές του πετρελαίου και ο φόβος είναι ότι αυτό θα περάσει —ήδη περνά— στην πραγματική οικονομία. Εάν συνεχιστεί, οι εργαζόμενοι θα πάνε στους εργοδότες τους και θα ζητήσουν αυξήσεις που θα αντανακλούν τον πληθωρισμό. Αυτές οι αυξήσεις θα περάσουν στις τιμές και έτσι ο πληθωρισμός μετατρέπεται από πληθωρισμό προσφοράς σε πληθωρισμό ζήτησης.

Μπορεί μια κεντρική τράπεζα, αυξάνοντας τα επιτόκια κατά 0,25% ή 0,50%, με επίδραση έναν χρόνο αργότερα, να ελέγξει πραγματικά αυτόν τον πολύ καλά καταγεγραμμένο μηχανισμό με ένα απλό όπλο όπως το επιτόκιο; Έχω πολύ μεγάλες αμφιβολίες. Και νομίζω ότι οι κεντρικοί τραπεζίτες το γνωρίζουν: αυτού του είδους τα πληθωριστικά σοκ, όπως εκείνα της πανδημίας ή του πολέμου στην Ουκρανία, ελέγχονται δύσκολα.

Αυτό που μπορούν να κάνουν — και δεδομένου ότι έχουμε δει το πετρέλαιο να υποχωρεί από τα 100 στα 70 δολάρια μέσα σε λίγες ημέρες, άρα γνωρίζουμε ότι η τιμή του μπορεί να είναι εξαιρετικά ασταθής — είναι να κρατήσουν σταθερά τα επιτόκια μέχρι να δουν πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ. Μπορούν να ανακόψουν κάπως την ανοδική πορεία του πληθωρισμού, εάν δουν αυξημένο πληθωρισμό στις υπηρεσίες, αλλά δεν θα κινηθούν πολύ επιθετικά.

Δεν μπορούν να ρισκάρουν, στην εποχή που ζούμε και με χαμηλή οικονομική ανάπτυξη, μια ύφεση. Δεν έχουμε ανάπτυξη 5%· έχουμε ανάπτυξη 2% ή 1,5%. Επομένως, το να πει μια κεντρική τράπεζα «αυξάνω επιθετικά τα επιτόκια, ρισκάροντας να κρασάρω την οικονομία» δεν αποτελεί επιλογή. Μια τέτοια δράση θα χρειαζόταν για να πούμε ότι η κεντρική τράπεζα μπορεί όχι απλώς να ελέγξει, αλλά πραγματικά να εμποδίσει τον πληθωρισμό.

Οι κεντρικές τράπεζες δεν έχουν καμία νομιμοποίηση να κρασάρουν την οικονομία, ιδίως από τη στιγμή που βλέπουμε ότι η Fed παλεύει ήδη για την ύπαρξή της ως αυτόνομη κεντρική τράπεζα. Δεν νομιμοποιείται να ρισκάρει μια ύφεση υπό τον φόβο ότι θα έρθει πληθωρισμός αργότερα. Αυτός ο μηχανισμός, που είναι το μόνο εργαλείο μιας κεντρικής τράπεζας, έχει κάπως απονομιμοποιηθεί. Κανείς δεν θα συγχωρήσει έναν κεντρικό τραπεζίτη, εάν η οικονομία μπει σε ύφεση επειδή αύξησε τα επιτόκια κατά 2%, μόνο και μόνο επειδή ο πληθωρισμός θα μπορούσε να ενισχυθεί αργότερα. Συνεπώς, δεν μπορεί να το κάνει.

*Ο Γιώργος Λαγαρίας είναι Chief Economist της Forvis Mazars Financial Planning UK.



Source

EnglishenEnglishEnglish

Connection

Registration

Restore Password

Enter your alias or email address and you will be sent a link to create a new password.