Η εμφάνιση του ChatGPT το 2022 πυροδότησε μια άνευ προηγουμένου έκρηξη ενδιαφέροντος και επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη, συνοδευόμενη, όμως, από έντονες προειδοποιήσεις για μια επικείμενη «καταστροφή» στην labour market.
Παρότι οι εταιρείες του κλάδου έχουν συμφέρον να τονίζουν τη δυναμική των προϊόντων τους και ότι η απασχόληση στις αναπτυγμένες οικονομίες παραμένει κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ο φόβος έχει ριζώσει βαθιά στην κοινή γνώμη.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, γράφει ο Economist, επτά στους δέκα πολίτες πιστεύουν ότι η ΤΝ θα δυσκολέψει την εύρεση εργασίας, ενώ σχεδόν ένας στους τρεις ανησυχεί για τη δική του θέση. Η μείωση των ευκαιριών για νέους πτυχιούχους, ιδιαίτερα στον τομέα του προγραμματισμού, ενισχύει αυτή την ανασφάλεια.
Η Ιστορία προσφέρει ορισμένες καθησυχαστικές ενδείξεις, σημειώνει ο Economist. Οι αγορές εργασίας μεταβάλλονται διαρκώς και οι σημερινοί χώροι εργασίας θα ήταν αγνώριστοι για κάποιον εργαζόμενο πριν από μόλις μισό αιώνα. Μέχρι σήμερα, η τεχνολογική πρόοδος δεν έχει μειώσει συνολικά τη ζήτηση για ανθρώπινη εργασία.
Ακόμη και η περίφημη «Παύση του Ενγκελς» κατά τη Βιομηχανική Επανάσταση, το παράδοξο ότι οι μισθοί των εργατών αυξάνονταν πιο αργά από την οικονομία, θεωρείται πλέον λιγότερο δραματική απ’ ό,τι πιστεύαμε παλαιότερα.
Τα λιγότερο καλά νέα, σύμφωνα με τον Economist, είναι ότι το παρελθόν δεν αποτελεί πάντα αξιόπιστο οδηγό για το μέλλον. Τα σύγχρονα μοντέλα ΤΝ έχουν εντυπωσιακές δυνατότητες, επιλύοντας σύνθετα προβλήματα που ακόμη και πριν από έναν χρόνο θεωρούνταν ανέφικτα.
Η ανάπτυξη αυτόνομων «πρακτόρων» ΤΝ αυξάνεται εκθετικά, ενώ οι επιχειρηματικές δαπάνες στον τομέα εκτοξεύονται. Εταιρείες όπως η Anthropic αναμένεται να εμφανίσουν τεράστια έσοδα σε ετήσια βάση.
Αν και μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι η ΤΝ «καταπίνει» μαζικά θέσεις εργασίας, η ταχύτητα της εξέλιξής της δείχνει ότι δεν πρέπει να απορρίπτουμε πλήρως αυτές τις ανησυχίες. Είναι πιθανό να βρισκόμαστε μπροστά σε μια βαθιά ανακατανομή πόρων και εξουσίας, με σημαντικές πολιτικές συνέπειες.
Ακόμη και αν η εργασία παραμείνει διαθέσιμη, αυτό δεν σημαίνει ότι θα είναι ποιοτική ή καλά αμειβόμενη. Καθώς οι τεχνολογικές εταιρείες επενδύουν σε ενεργοβόρα κέντρα δεδομένων και αυξάνουν τη ζήτηση για γη και ενέργεια, το κόστος ζωής μπορεί να αυξηθεί. Σε ένα ακραίο σενάριο, οι άνθρωποι θα μπορούσαν να καταστούν οικονομικά λιγότερο απαραίτητοι, όπως συνέβη με τα άλογα μετά την επικράτηση του αυτοκινήτου. Τα εισοδήματα ενδέχεται να συγκεντρωθούν στους κατόχους κεφαλαίου, οι οποίοι θα ελέγχουν και τα μέσα παραγωγής, από την τεχνολογία έως τους φυσικούς πόρους.
Αυτό το ενδεχόμενο, γράφει ο Εconomist, εξηγεί γιατί πολλοί στον τεχνολογικό κλάδο προτείνουν κρατική παρέμβαση, ακόμη και την καθιέρωση ενός καθολικού βασικού εισοδήματος. Αν και ένα τέτοιο σενάριο δεν φαίνεται άμεσο, οι κυβερνήσεις ίσως χρειαστεί να δράσουν εγκαίρως.
Δεν απαιτείται μια πλήρης κατάρρευση για να προκληθεί κοινωνική αναταραχή. Ενα παράδειγμα είναι το λεγόμενο «σοκ της Κίνας», όταν η είσοδος της χώρας στο παγκόσμιο εμπόριο οδήγησε στην απώλεια περίπου δύο εκατομμυρίων θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ, μια εξέλιξη που συνέβαλε στην πολιτική άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ.
Οι υπάλληλοι γραφείου που απειλούνται σήμερα από την ΤΝ διαθέτουν μεγαλύτερη επιρροή από τους εργάτες που επλήγησαν τότε. Ακόμη και περιορισμένες απώλειες θέσεων μπορεί να προκαλέσουν έντονες αντιδράσεις. Η αντίσταση σε νέα κέντρα δεδομένων αποτελεί ήδη ένδειξη αυτής της τάσης, σημειώνει ο Economist. Μια ευρύτερη ανασφάλεια θα μπορούσε να οδηγήσει σε κοινωνική αναταραχή μεγάλης κλίμακας ή ακόμη και πολιτικές ανατροπές.
Το ερώτημα, σύμφωνα με τον Economist, είναι πώς πρέπει να αντιδράσουν οι κυβερνήσεις. Μια προσέγγιση θα ήταν η επιβράδυνση της τεχνολογικής προόδου. Ορισμένες χώρες, όπως η Κίνα, ενθαρρύνουν την υιοθέτηση της ΤΝ, αλλά αποθαρρύνουν τις απολύσεις. Οικονομολόγοι προτείνουν υψηλότερη φορολόγηση του κεφαλαίου και ελαφρύνσεις για την εργασία, ενώ άλλοι ζητούν υψηλούς φόρους στα κέντρα δεδομένων.
Ωστόσο, η παρεμπόδιση της τεχνολογίας δεν θεωρείται σοφή επιλογή, καθώς η ΤΝ υπόσχεται τεράστια οφέλη, από την οικονομική ανάπτυξη έως την αντιμετώπιση ασθενειών και της κλιματικής αλλαγής.
Μια πιο αποτελεσματική στρατηγική, εκτιμά ο Economist, θα ήταν η αναδιανομή των κερδών. Αν η απασχόληση μειωθεί, τα χαμένα εισοδήματα των εργαζομένων θα μετατραπούν σε κέρδη για τις εταιρείες ΤΝ και τους προμηθευτές τους.
Ενα έξυπνο φορολογικό σύστημα θα μπορούσε να ανακτήσει μέρος αυτών των κερδών, μέσω φόρων στα υπερκέρδη, στη γη και στους φυσικούς πόρους. Παράλληλα, η ενίσχυση της φορολόγησης της κληρονομιάς θα μπορούσε να αποτρέψει τη δημιουργία μιας ελίτ που ελέγχει τον πλούτο.
Τα κράτη μπορούν να βοηθήσουν τους εργαζόμενους να προσαρμοστούν. Μέτρα όπως η ασφάλιση μισθού, που μειώνει τις απώλειες εισοδήματος μετά από απόλυση, και ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, όπως αυτές της Δανίας, μπορούν να διευκολύνουν τη μετάβαση σε νέες θέσεις εργασίας.
Παρ’ όλα αυτά, παραμένει αμφίβολο αν τέτοιες λύσεις θα είναι πολιτικά αποδεκτές. Σε μια εποχή αυξανόμενου λαϊκισμού, οι τεχνοκρατικές προσεγγίσεις συχνά δεν πείθουν. Η εμπειρία από το παρελθόν, γράφει ο Economist, δείχνει ότι οι πολιτικές προσαρμογής δεν επαρκούν πάντα για να αποτρέψουν κοινωνικές αντιδράσεις.
Γι’ αυτό εξετάζονται και πιο ριζοσπαστικές ιδέες, όπως η μερική κρατικοποίηση των εταιρειών ΤΝ ή και η διανομή μερισμάτων στους πολίτες. Αν και τέτοιες προτάσεις προκαλούν αντιδράσεις στις αγορές, αντικατοπτρίζουν την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι τα οφέλη της τεχνολογίας θα μοιραστούν ευρύτερα.
Το δίδαγμα, καταλήγει ο Economist, είναι ότι η συγκέντρωση πλούτου και ισχύος πρέπει να αντιμετωπιστεί έγκαιρα. Ο «Αρμαγεδδών» της αγοράς εργασίας μπορεί να μην έχει έρθει ακόμη, αλλά αν οι κυβερνήσεις περιμένουν να τον δουν μπροστά τους για να δράσουν, ίσως να είναι ήδη αργά. Η προετοιμασία πρέπει να ξεκινήσει από τώρα.
Follow it. Protagon στο Google News

