Το επενδυτικό ενδιαφέρον βρίσκεται στραμμένο το τελευταίο χρονικό διάστημα στο τραινάκι του τρόμου, την διαδρομή του οποίου ακολουθούν με έκδηλο φόβο όλοι όσοι κατέχουν μετοχές του ΑΙ και ευρύτερα της τεχνολογίας. Ωστόσο, ουδείς παρακολουθεί τη συμπεριφορά του μεγάλου παγκόσμιου ασθενή, που δεν είναι άλλος από το κινεζικό τραπεζικό σύστημα, που κινείται πλέον έξω από τις ράγες, κάνοντας βουτιά στο κενό.
Το τραπεζικό σύστημα της Κίνας είναι το μεγαλύτερο του κόσμου με βάση το ενεργητικό του. Αποτελείται από 996 τράπεζες και χρηματοπιστωτικές εταιρείες και το συνολικό ενεργητικό του υπολογίζεται στα CNY492 τρισ., δηλαδή στα $68 τρισ. αντικατοπτρίζοντας το μέγεθος της κινεζικής οικονομίας. Σε παγκόσμια κλίμακα, είναι μεγαλύτερο από το ενεργητικό των τραπεζικών συστημάτων την ΗΠΑ και της ΕΕ μαζί.
Μάλιστα οι τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες της Κίνας ICBC, Agricultural Bank of China, China Construction Bank και Bank of China καταλαμβάνουν σταθερά τις κορυφαίες θέσεις στην παγκόσμια τραπεζική κατάταξη με ενεργητικά που ξεπερνούν τα $5 τρισ. με $7 τρισ. η καθεμία.
Ωστόσο, δεν είναι λίγοι οι αναλυτές που αναφέρονται σε ένα κινεζικό τραπεζικό σύστημα κρυμμένο πίσω από μια μάσκα, ένα τραπεζικό γίγαντα με γυάλινα πόδια και ένα τραπεζικό σύστημα βουτηγμένο στο «κόκκινο».
Ας δούμε την χρηματιστηριακή εικόνα των τραπεζών τα τελευταία χρόνια. Οι κινεζικές τράπεζες που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ (H-shares) και στο Χρηματιστήριο της Σαγκάης (A-shares), το 2023 είδαν τις τιμές τους να υποχωρούν από -5% έως και -8% καθώς η αγορά ανησυχούσε έντονα για την έκθεση των τραπεζών στην κρίση του κλάδου των ακινήτων. Το 2024 παρατηρήθηκε μια σταθεροποίηση και μικρή ανάκαμψη από +3% έως και +6%, καθώς οι επενδυτές στράφηκαν προς τις τραπεζικές μετοχές που προσέφεραν υψηλά μερίσματα, λόγω της ευρύτερης αβεβαιότητας σε άλλους τομείς της οικονομίας. Από το 2025 μέχρι σήμερα ο κλάδος εμφάνισε θετική απόδοση από +8% έως και +12% σε επίπεδο τραπεζικού δείκτη, ωθούμενος από τα εκτεταμένα προγράμματα αναδιάρθρωσης των χρεών που μείωσαν τον συστημικό κίνδυνο και βελτίωσαν το κλίμα εμπιστοσύνης.
Βλέπουμε λοιπόν ότι οι αποδόσεις των τραπεζικών μετοχών στην Κίνα δεν αντικατοπτρίζουν ούτε το μέγεθος, αλλά ούτε και την κερδοφορία που θα έπρεπε να προκύπτει από την ανάπτυξη της οικονομίας. Και δεν είναι τυχαίο ότι στη μετοχική βάση των μεγαλύτερων κινεζικών τραπεζών, δεν βρίσκονται μεγάλοι θεσμικοί επενδυτές από τον υπόλοιπο κόσμο. Άλλωστε σε όλες τις σχετικές εκθέσεις που δημοσιεύονται εκτός Κίνας, πέραν της αμφισβήτησης των δημοσιευόμενων λογιστικών καταστάσεων, καταγράφονται με αστερίσκους σημεία τα οποία γεννούν περισσότερο ανησυχία παρά σιγουριά.
Το πρώτο πράγμα που αμφισβητείται πλήρως είναι ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων, αυτό που ονομάζουμε NPL ratio, ο οποίος υποτίθεται ότι βρίσκεται στο 1,31%, παρά την στεγαστική κρίση διαρκείας. Και οι αναλυτές διερωτώνται πως είναι δυνατόν σε μια οικονομία στην οποία οι πραγματικές τιμές των κατοικιών έχουν υποχωρήσει κατά -25% με -30% μέσα στην τελευταία πενταετία και υπάρχουν περισσότερες από 75 εκατ. κατοικίες αδιάθετες, ο δείκτης των λεγόμενων «κόκκινων δανείων» να βρίσκεται σε τόσο χαμηλά επίπεδα.
Η τραπεζική εικόνα που παρουσιάζεται επισήμως, αμφισβητείται και από τους ίδιους τους Κινέζους επενδυτές. Με αποτέλεσμα οι περισσότερες κινεζικές τράπεζες να διαπραγματεύονται με δείκτες P/B (τιμή προς λογιστική αξία) που κυμαίνονται συχνά πέριξ του 0,4. Αυτό σημαίνει ότι η αγορά αποτιμά τις τράπεζες με σημαντική έκπτωση σε σχέση με την καθαρή τους θέση, αντανακλώντας τον φόβο για την ποιότητα του δανειακού τους χαρτοφυλακίου, ιδιαίτερα τα ακίνητα και τα χρέη των LGFVs.
Τα LGFVs είναι μια ακόμα δυσεξερεύνητη χρηματοδοτική κινεζική μηχανή.Τα LGFVs είναι κρατικές επενδυτικές εταιρείες που χρησιμοποιούνται από τις τοπικές και περιφερειακές αρχές για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής και ακινήτων, παρακάμπτοντας τους περιορισμούς στην απευθείας έκδοση χρέους από τις τοπικές κυβερνήσεις. Τα LGFVs αποτελούν το «κρυφό χρέος» της Κίνας. Επειδή λοιπόν αυτά τα οχήματα λειτουργούν συχνά εκτός ισολογισμού, το χρέος τους δεν εμφανίζεται πάντα στον επίσημο κρατικό προϋπολογισμό, δημιουργώντας μια αδιαφάνεια που οι διεθνείς οργανισμοί χαρακτηρίζουν ως σημαντική πηγή ευπάθειας που πλήττει τις τράπεζες.
Πολλά από τα περιφερειακά έργα που χρηματοδοτήθηκαν από αυτά τα οχήματα δεν είναι κερδοφόρα, γεγονός που καθιστά δύσκολη την αποπληρωμή των δανείων τους προς τις τράπεζες. Ο οίκος Fitch εκτιμά ότι τα LGFVs εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ένα έλλειμμα «ικανότητας» εξυπηρέτησης χρέους της τάξης των $7 τρισ.
Εάν σε αυτές τις ζημίες προστεθούν και οι ζημίες των τραπεζών από την μη εξυπηρέτηση των δανείων κυρίως των αφρικανικών χωρών στα πλαίσια του Νέου Δρόμου του Μεταξιού, η πραγματική εικόνα είναι πολύ χειρότερη. Ως γνωστόν οι κινεζικές τράπεζες χρηματοδοτούν την εκτέλεση μεγάλων έργων υποδομών, όπως λιμάνια και σιδηροδρομικά δίκτυα στην Αφρικανική ήπειρο. Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, οι κυβερνήσεις αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τα τοκοχρεολύσια, τα δάνεια «κοκκινίζουν» και η ιδιοκτησία των υποδομών περνάει σε κινεζικές κρατικές επιχειρήσεις. Τα δάνεια όμως που έχουν «κοκκινίσει» παραμένουν στους ισολογισμούς των τραπεζών.
Κι έτσι οι χρηματιστηριακοί αναλυτές υπολογίζουν ότι οι κρυφές ζημίες των κινεζικών τραπεζών πιθανόν να υπερβαίνουν το 20% των συνολικών δανείων.
Πάντως, οι κινεζικές τράπεζες παραμένουν ελκυστικές για τους θεσμικούς επενδυτές της Κίνας λόγω των σταθερών μερισμάτων τους, τα οποία η κυβέρνηση ενθαρρύνει ως μέσο υποστήριξης της εμπιστοσύνης στην αγορά. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα μερίσματα καταβάλλονται μέσω κάποιων «ειδικών κρατικών προγραμμάτων» αναδιάρθωσης και ανακεφαλαιοποίησης για την στήριξη των τραπεζών. Ωστόσο, και η εμφανιζόμενη κερδοφορία μέσα «σε πολλά εισαγωγικά και πολλούς αστερίσκους», δέχεται πίεση από τα περιορισμένα καθαρά περιθώρια επιτοκίου, καθώς τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού που επιβάλει το Πεκίνο για την τόνωση της οικονομίας συμπιέζουν την κερδοφορία.
Δεν θα ήταν υπερβολή εάν λέγαμε ότι τα γιγαντιαίο κινεζικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται «βαθιά μέσα στο κόκκινο». Με την οικονομία της Κίνας να είναι πλήρως ελεγχόμενη από τον σκληρό μηχανισμό του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, το Πεκίνο βρίσκει τους τρόπους να απορροφά κάθε κρίση που εμφανίζεται. Όμως εδώ δεν μιλάμε πια για μια απλή στεγαστική κρίση, ή μια κρίση από την βιομηχανική υπερπαραγωγή. Αλλά για μια κρίση στην καρδιά του συστήματος. Στις τράπεζες.

