Loading Text-to-Speech...
Η αναβολή της δημοσιοποίησης των ονομάτων των μεγαλοοφειλετών μέχρι τον Φεβρουάριο του 2027 δεν αλλάζει την πραγματική εικόνα των ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Public. Κι αυτό γιατί οι περίπου 30.000 οφειλέτες με χρέη άνω των 150.000 ευρώ είναι διαχρονικά εκείνοι που δεν εντάσσονται σε ρυθμίσεις, αφήνοντας το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών εκτός εισπρακτικής διαδικασίας. Αντιθέτως, οι ρυθμίσεις αφορούν κυρίως φορολογουμένους και επιχειρήσεις με μικρότερα και περισσότερο διαχειρίσιμα χρέη, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία της ADE για φυσικά και νομικά πρόσωπα.
Ετσι, λοιπόν, η μετάθεση της δημοσιοποίησης των ονομάτων, σύμφωνα με την απόφαση που υπέγραψαν οι υφυπουργοί Οικονομικών και Εργασίας, Δ. Μαρκόπουλος και Α. Ευθυμίου, έχει περισσότερο διαδικαστικό χαρακτήρα, καθώς η ουσία βρίσκεται στο κατά πόσον οι μεγάλοι οφειλέτες θα αξιοποιήσουν τη νέα ρύθμιση των 72 δόσεων που «τρέχει» αυτό το διάστημα. Μέχρι σήμερα, πάντως, η εμπειρία δείχνει ότι η ανταπόκριση προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από όσους έχουν μικρές και μεσαίες οφειλές.
Τι δείχνουν τα στοιχεία
Τα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων δείχνουν ότι η μεγαλύτερη συγκέντρωση ρυθμισμένων οφειλών εντοπίζεται στο εύρος από 500 έως 10.000 ευρώ, όπου το ποσοστό φθάνει το 15,52%. Ιδιαίτερα υψηλή είναι η συμμετοχή στην κατηγορία των οφειλών από 2.000 έως 3.000 ευρώ, όπου το ποσοστό των ρυθμίσεων ανέρχεται στο 18,16%, επιβεβαιώνοντας ότι όσοι έχουν σχετικά διαχειρίσιμα χρέη ανταποκρίνονται ευκολότερα στις δυνατότητες διακανονισμού.
Ειδικότερα για τα φυσικά πρόσωπα, το υψηλότερο ποσοστό ρύθμισης καταγράφεται επίσης μεταξύ 500 και 10.000 ευρώ (15,34%), ενώ στην κατηγορία των 2.000-3.000 ευρώ φθάνει το 18,40%, αντανακλώντας τα οικονομικά όρια των νοικοκυριών. Αντιθέτως, τα νομικά πρόσωπα εμφανίζουν μεγαλύτερη συμμετοχή στις ρυθμίσεις για οφειλές από 10.000 έως 100.000 ευρώ, με ποσοστό 21,66%, το οποίο φθάνει το 25% στην κατηγορία 10.000-20.000 ευρώ, καθώς η φορολογική ενημερότητα αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία μιας επιχείρησης.
Περίπου 30.000 οφειλέτες με χρέη άνω των 150.000 ευρώ είναι διαχρονικά εκείνοι που δεν εντάσσονται σε ρυθμίσεις.
Η εικόνα αυτή εξηγεί γιατί, παρά το γεγονός ότι τα συνολικά ληξιπρόθεσμα χρέη προς την εφορία ανέρχονται σε περίπου 114,5 δισ. ευρώ, οι πραγματικές δυνατότητες είσπραξης είναι πολύ περιορισμένες. Από το σύνολο αυτό, 35,25 δισ. ευρώ έχουν ήδη χαρακτηριστεί ανεπίδεκτα είσπραξης, με αποτέλεσμα το πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο να περιορίζεται στα 79,25 δισ. ευρώ. Ακόμη όμως και αυτό το ποσό δεν θεωρείται στο σύνολό του εισπράξιμο. Σύμφωνα με τις αναλύσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, το ποσό που μπορεί ρεαλιστικά να ανακτηθεί ανέρχεται περίπου στα 27 δισ. ευρώ, καθώς το υπόλοιπο αφορά κυρίως πολύ παλαιές οφειλές, προσαυξήσεις και πρόστιμα.
Με βάση το υπουργείο Οικονομικών, στη νέα ρύθμιση των 72 δόσεων μπορούν δυνητικά να ενταχθούν περίπου 1,3 εκατ. φυσικά πρόσωπα και 284.000 επιχειρήσεις με συνολικές οφειλές που προσεγγίζουν τα 95 δισ. ευρώ. Ωστόσο, η πραγματική εισπρακτική απόδοση θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο θα ενταχθούν οφειλές που σήμερα παραμένουν εκτός κάθε ρύθμισης, κάτι που μέχρι σήμερα δεν συμβαίνει στους μεγάλους οφειλέτες.
Τα παλαιά χρέη
Ιδιαίτερη σημασία για την είσπραξη των ληξιπρόθεσμων έχει και η παλαιότητα των οφειλών. Χρέη που έχουν ξεπεράσει την πενταετία γίνονται ολοένα δυσκολότερο να εισπραχθούν, ενώ όταν η ηλικία τους υπερβαίνει τη δεκαετία οι πιθανότητες ανάκτησης περιορίζονται δραστικά. Για τον λόγο αυτό η φορολογική διοίκηση στρέφει πλέον το ενδιαφέρον της κυρίως στις νεότερες οφειλές, όπου υπάρχουν σημαντικά μεγαλύτερες πιθανότητες είσπραξης, αλλά και στους μεγάλους οφειλέτες για τους οποίους μπορούν να αξιοποιηθούν στοχευμένα ελεγκτικά και εισπρακτικά μέτρα.
Στο πλαίσιο αυτό, μία από τις λύσεις που θα μπορούσαν να προχωρήσουν είναι η εφαρμογή εξατομικευμένων ρυθμίσεων, προσαρμοσμένων στη φοροδοτική ικανότητα κάθε οφειλέτη. Ενα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά την εισπραξιμότητα, δίνοντας πραγματική διέξοδο ακόμη και σε φορολογουμένους ή επιχειρήσεις με μεγάλες οφειλές, οι οποίοι αδυνατούν να ανταποκριθούν στα υφιστάμενα οριζόντια σχήματα διακανονισμού.
Η μετάθεση της λίστας
Η μετάθεση της δημοσιοποίησης των ονομάτων μέχρι τον Φεβρουάριο του 2027 συνδέεται με την απόφαση να παραμείνουν ανοικτές οι δυνατότητες ένταξης στη νέα ρύθμιση, χωρίς οι οφειλέτες να βρίσκονται αντιμέτωποι με τη δημοσιοποίηση των στοιχείων τους όσο διαρκεί η προθεσμία υποβολής αιτήσεων. Με βάση τον σχεδιασμό, ΚΕΑΟ and ADE θα επικαιροποιήσουν τη λίστα των περίπου 30.000 μεγαλοοφειλετών μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, ενώ όσοι δεν προχωρήσουν σε καμία ρύθμιση θα βρεθούν εκ νέου στο στόχαστρο των εισπρακτικών και ελεγκτικών μηχανισμών.
Η ΑΑΔΕ δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στους οφειλέτες με χρέη άνω του ενός εκατ. ευρώ, αξιοποιώντας πλέον και το νέο πλαίσιο διεθνούς ανταλλαγής φορολογικών πληροφοριών με 24 χώρες, προκειμένου να εντοπίζονται περιουσιακά στοιχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Προς το παρόν, πάντως, στη νέα ρύθμιση των 72 δόσεων έχουν ενταχθεί –υποβάλει αίτηση– περισσότεροι από 2.500 οφειλέτες. Σημειώνεται ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή στη νέα ρύθμιση είναι ο οφειλέτης να έχει υποβάλει όλες τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος της τελευταίας πενταετίας, να μην έχει αμετάκλητη καταδίκη για φοροδιαφυγή ή λαθρεμπορία και να έχει τακτοποιήσει με νόμιμο τρόπο τυχόν άλλες ληξιπρόθεσμες οφειλές που δεν εντάσσονται στη ρύθμιση. Παράλληλα, προβλέπεται ελάχιστο ποσό δόσης 30 ευρώ και σταθερό επιτόκιο 5,84%, το οποίο αντικαθιστά προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, προσδίδοντας προβλεψιμότητα και βιωσιμότητα στη ρύθμιση.

