In good condition is so far corn in Karditsa, with cultivation gradually heading towards ripeness and producers awaiting the start of the main threshing in September. This year's growing season developed without special pressures from high temperatures or entomological insults, creating expectations for good yields. At the same time, however, increased production costs and, above all, irrigation costs continue to be key factors for the sustainability of the crop.
More corn this year – Significantly limited silage
According to the picture carried by Mr. Vlachos from the region, the areas of corn appear this year increased by about 10%, as the crop gained some of the areas that in previous years were directed towards wheat and cotton. As he points out, the more unfavourable picture presented by these two crops affected this year's choice of producers, with wheat in particular losing ground. This year he grows about 150 acres of corn, and refers to the reduced economic attractiveness of wheat. «With 18 minutes of wheat, no matter how you put it down, it doesn't come out.», notes features.
This shift is visible, according to him, and at village level, where cotton still dominates, corn follows and wheat has been significantly reduced. It even mentions cases of producers who, while in the past growing hundreds of acres of cotton, this year chose exclusively corn.
The situation in corn intended for silage is now different. Mr. Vlachos says that in previous years a significant part of the corn was directed towards this use, in percentages that, depending on the year, could even reach 20%-40%, while offering better rewards. Today, however, data has changed considerably.
Όπως εξηγεί, παραγωγοί της περιοχής έμειναν απλήρωτοι τα προηγούμενα χρόνια, ενώ σημαντικό ρόλο έχει διαδραματίσει και η μεγάλη συρρίκνωση της τοπικής κτηνοτροφίας. «Δεν νομίζω να υπάρχει πλέον ενσίρωμα για το εμπόριο», σημειώνει, διευκρινίζοντας ότι η παραγωγή που εξακολουθεί να γίνεται αφορά κυρίως κτηνοτρόφους που καλλιεργούν για τις ανάγκες των δικών τους εκμεταλλεύσεων. Η τιμή που αναφέρει για το ενσίρωμα βρίσκεται περίπου στα 4 λεπτά.
Την ίδια στιγμή, ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Καρδίτσας «Η Νέα Ένωση» δεν δραστηριοποιείται αυτή την περίοδο στη συγκέντρωση καλαμποκιού, καθώς οι εγκαταστάσεις του υπέστησαν σημαντικές ζημιές από την κακοκαιρία Daniel, φιλοδοξώντας, ωστόσο, να επιστρέψει και σε αυτό το κομμάτι της δραστηριότητάς του.
Ήπια καλλιεργητική περίοδος και προσδοκίες για καλές αποδόσεις
Ως προς την εξέλιξη της καλλιέργειας, η φετινή εικόνα χαρακτηρίζεται θετική. Η διαθεσιμότητα νερού στην περιοχή που εξυπηρετείται από τη λίμνη Πλαστήρα, σε συνδυασμό με τις σχετικά ήπιες καιρικές συνθήκες, συνέβαλε, σύμφωνα με τον κ. Βλάχο, στην ομαλή πορεία του καλαμποκιού.
Η ίδια εικόνα καταγράφεται και στα δικά του 150 στρέμματα. Οι σπορές εξελίχθηκαν χωρίς καθυστερήσεις, ενώ το καλοκαίρι δεν παρουσίασε ακραίες συνθήκες που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν την καλλιέργεια. «Ήταν μια καλή χρονιά και, να πω την αλήθεια, δεν καταλάβαμε πώς πέρασε το καλοκαίρι. Δεν είχαμε καύσωνες», αναφέρει.
Αντίστοιχα θετική ήταν η εικόνα από πλευράς εντομολογικών προσβολών. Όπως σημειώνει, δεν παρουσιάστηκαν προβλήματα από σκουλήκια ή άλλες σημαντικές προσβολές ούτε φέτος ούτε την προηγούμενη χρονιά, σε αντίθεση με παλαιότερες περιόδους κατά τις οποίες είχαν εμφανιστεί περισσότερα προβλήματα.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, εκτιμά ότι η παραγωγή αναμένεται να κινηθεί σε καλά επίπεδα. «Νομίζω ότι δεν θα υπάρξει καλαμπόκι κάτω από 1.300 κιλά το στρέμμα», αναφέρει, επισημαίνοντας πάντως ότι η τελική απόδοση διαφοροποιείται από χωράφι σε χωράφι και εξαρτάται από παράγοντες όπως το πότισμα και οι καλλιεργητικοί χειρισμοί.
Σημαντική παράμετρο αποτελεί και το κόστος της λίπανσης. Όπως αναφέρει, τα λιπάσματα έχουν αυξηθεί περίπου κατά 60%, γεγονός που ενδέχεται να οδήγησε ορισμένους παραγωγούς σε περιορισμό των ποσοτήτων που εφάρμοσαν για λόγους οικονομίας.
Μετά τις 20 Σεπτεμβρίου ο κύριος αλωνισμός
Το καλαμπόκι στην περιοχή βρίσκεται πλέον προς το τελικό στάδιο της καλλιεργητικής του πορείας, με τον κ. Βλάχο να εκτιμά ότι μέσα στις επόμενες εβδομάδες θα αρχίσει σταδιακά ο αλωνισμός. Όπως εξηγεί, παραδοσιακά τα πρώτα καλαμπόκια για σπυρί στην περιοχή αρχίζουν να συγκομίζονται μετά τις 20 Σεπτεμβρίου, καθώς οι παραγωγοί περιμένουν την υγρασία του καρπού να υποχωρήσει στα επιθυμητά επίπεδα, περίπου στο 13%-14%. «Μετά τις 20 Σεπτεμβρίου ξεκινούσε πάντα ο αλωνισμός», αναφέρει, με τη συγκομιδή να εκτείνεται στη συνέχεια για αρκετές εβδομάδες, ανάλογα με την περιοχή, τις εκτάσεις και τη διαθεσιμότητα των μηχανημάτων.
Νωρίτερα έχει ήδη αρχίσει η συγκομιδή των εκτάσεων που προορίζονται για ενσίρωση, με τον ίδιο να αναφέρει ότι στην περιοχή είχε ξεκινήσει περίπου δέκα ημέρες πριν από τη συνομιλία μας. Πρόκειται, ωστόσο, για σαφώς μικρότερη δραστηριότητα σε σχέση με προηγούμενα χρόνια, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του καλαμποκιού κατευθύνεται πλέον στην παραγωγή σπυριού.
Κόστος, νερό και προοπτικές για την καλλιέργεια
Η καλή μέχρι στιγμής εικόνα της παραγωγής δεν εξαλείφει την αβεβαιότητα γύρω από το τελικό οικονομικό αποτέλεσμα. Όπως τονίζει ο κ. Βλάχος, από την πλευρά του ο παραγωγός μπορεί να επιδιώξει να παράξει ένα καλό προϊόν και να πετύχει ικανοποιητική απόδοση, όμως η τιμή αποτελεί διαφορετική παράμετρο.
Όπως αναφέρει, ακόμη και εάν οι φετινές τιμές κινηθούν κοντά στα επίπεδα του 2024 και του 2025, οι συνθήκες παραγωγής δεν είναι ίδιες, καθώς το κόστος των εισροών έχει αυξηθεί σημαντικά. Χαρακτηριστικά μεταφέρει ότι μια παλέτα λιπάσματος που στο παρελθόν κόστιζε περίπου 600 ευρώ μπορεί πλέον να φθάνει τα 1.400 ευρώ.
Καθοριστική παράμετρο για το μέλλον του καλαμποκιού στην περιοχή αποτελεί, σύμφωνα με τον ίδιο, το κόστος της άρδευσης. Για τις εκτάσεις που μπορούν να αξιοποιήσουν το νερό της λίμνης Πλαστήρα, η καλλιέργεια εξακολουθεί να παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς οι παραγωγοί δεν επιβαρύνονται με το υψηλό ενεργειακό κόστος που συνεπάγεται η άντληση νερού από γεωτρήσεις «Εμείς είμαστε από τους τυχερούς που υπάρχει η λίμνη και δεν έχουμε ούτε ρεύμα ούτε πετρέλαιο. Συμφέρει το καλαμπόκι», επισημαίνει.
Αντίθετα, θεωρεί πολύ δυσκολότερη την οικονομική εξίσωση στις περιοχές που εξαρτώνται από γεωτρήσεις, εξαιτίας του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας και καυσίμων. Όπως αναφέρει, το ρεύμα έχει αυξηθεί σημαντικά, ενώ το πετρέλαιο βρίσκεται κοντά στα 2 ευρώ. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα μεταφέρει περίπτωση παραγωγού από τη Λάρισα, όπου το κόστος ηλεκτρικού ρεύματος για την άρδευση καλαμποκιού έφθασε περίπου τα 90 ευρώ ανά στρέμμα.
Παρά τις πιέσεις αυτές, εκτιμά ότι «το καλαμπόκι θα υπάρχει πάντα», ιδιαίτερα στις περιοχές όπου η δυνατότητα άρδευσης επιτρέπει να συγκρατηθεί το κόστος. Στην επιλογή της καλλιέργειας συνηγορούν, σύμφωνα με τον ίδιο, τόσο οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν το σιτάρι και το βαμβάκι όσο και η σημαντική αύξηση των αποδόσεων του καλαμποκιού την τελευταία δεκαετία. Όπως αναφέρει, από επίπεδα 800-900 κιλών ανά στρέμμα πριν από περίπου δέκα χρόνια, σήμερα οι αποδόσεις μπορούν να φθάσουν ακόμη και τους 2-2,5 τόνους ανά στρέμμα.
Στα πλεονεκτήματα της καλλιέργειας προσθέτει και τις μικρότερες απαιτήσεις σε εργατικά χέρια. «Το καλαμπόκι είναι η πιο εύκολη καλλιέργεια», αναφέρει, επισημαίνοντας παράλληλα την έλλειψη εργατικού δυναμικού στην περιοχή, ιδιαίτερα σε καλλιέργειες όπως το βαμβάκι.
Πέρα από τις επιμέρους καλλιεργητικές επιλογές, ο κ. Βλάχος στέκεται και σε ένα ευρύτερο ζήτημα για την ύπαιθρο: τη σταδιακή αποχώρηση ανθρώπων από τα χωριά και τη δυσκολία παραμονής των νεότερων γενεών στην αγροτική δραστηριότητα, σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους και οικονομικών πιέσεων για τον πρωτογενή τομέα. «Δεν υπάρχουν άνθρωποι και, όταν δεν υπάρχουν οι υποδομές για να κρατήσουν τον κόσμο στα χωριά, τι περιμένουμε να γίνει;», αναφέρει χαρακτηριστικά.

