Μας θύμισε χθες η Eurostat στοιχεία για την εξέλιξη του πληθωρισμού. Όπως άλλωστε το νοιώθει ο καθένας στην τσέπη του, τα πράγματα δεν πάνε καλά. Στην Ελλάδα πάνε χειρότερα.

Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των τιμών για την Ελλάδα είναι στο 4,6%, όταν ο μέσος όρος της Ευρωζώνης είναι στο 3%. Τρέχουμε ταχύτερα κατά 53%. Όμως, ταχύτερα τρέχει και το εισόδημα που δημιουργεί η οικονομία, δηλαδή το εισόδημα που περνά από τα χέρια των νοικοκυριών, μπαίνει στα ταμεία των επιχειρήσεων και ξεχυλίζει το σεντούκι του κράτους. Χονδρικά, το τρέχον έτος το εθνικό εισόδημα κατά κεφαλήν είναι γύρω στα 25 χιλιάδες ευρώ, όταν στην ύφεση του 2021 είχε πέσει στα 17 χιλιάδες. Δηλαδή 8 χιλιάδες περισσότερα, σχεδόν 50% πάνω εντός μιας πενταετίας.

Το ένα γεγονός, επηρεάζει το άλλο.

Όμως, ο πληθωρισμός είναι νομισματικό μέγεθος και επηρεάζεται από χρηματικούς κανόνες, κατά κύριο λόγο τους εξής δύο: πρώτον, τη ρευστότητα των αγορών χρήματος και, ειδικότερα, του τραπεζικού συστήματος και δεύτερον, το κόστος του χρήματος, δηλαδή τα επιτόκια της αγοράς κεφαλαίων, που κατά κύριο λόγο καθορίζονται από το κεντρικό επιτόκιο του ευρωνομίσματος, όπως το ορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Συνεχίζουμε τον συλλογισμό μας από το τέλος προς την αρχή κι επειδή σε όχι πολύ καιρό η κυρία Λαγκάρντ, ο κύριος Στουρνάρας και οι άλλοι κεντρικοί τραπεζίτες δεν θα μπορούν παρά να αυξήσουν – και μάλιστα σημαντικά – το κεντρικό επιτόκιο του ευρώ.

Ακριβότερο χρήμα σημαίνει περιορισμό της ρευστότητας και επιβράδυνση των επενδύσεων. Με αποτέλεσμα να φρενάρει, τελικά, η άνοδος του εθνικού εισοδήματος, άρα και τα ατομικά εισοδήματα, τα κέρδη και τα πλεονάσματα του κράτους.

Η άνοδος του επιτοκίου δεν είναι καταστροφή και είναι απαραίτητη γιατί οι κεντρικές τράπεζες δεν διαθέτουν άλλο εξίσου αποτελεσματικό εργαλείο για να τιθασεύσουν τον πληθωρισμό. Δημιουργεί όμως σημαντικές δυσκολίες στην οικονομία, γιατί πατά φρένο στην ευχερή κατανάλωση.

Θα χρειαστεί, για να αντισταθεί στην καθοδική πίεση η οικονομία, να επιτύχει μεγαλύτερη αποδοτικότητα και το μοναδικό εργαλείο για να το επιτύχει είναι να βελτιώσει και μάλιστα εντυπωσιακά την παραγωγικότητα της εργασίας.

Για να συμβεί αυτό χρειάζεται να κινητοποιηθούν οι επιχειρήσεις, απαιτείται εν ολίγοις μια έκρηξη επιχειρηματικότητας. Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται από πουθενά. Είναι μάλιστα χαρακτηριστική η διάχυση, καθώς εισερχόμαστε σε προεκλογική περίοδο, ακριβώς του αντιθέτου κλίματος. Ειδικά από την αντιπολίτευση επιστρατεύονται σχέδια άλωσης των δύο ρυθμιστικών εργαλείων της επιχειρηματικής ανάπτυξης, που είναι το τραπεζικό σύστημα και η φορολογία των μερισμάτων.

Αν, υποθετικά, οι αντιπολιτεύσεις κυβερνήσουν και εφαρμόσουν τα όσα λένε και αν αυτό συμβεί σε περιβάλλον αυξημένων επιτοκίων, η Ελλάδα θα χάσει, το 2027-2029 περισσότερες από τέσσερις μονάδες δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ.

Αυτά όλα, τα παραπάνω, δεν πρόκειται να τα συζητήσουν ποτέ οι πωλητές των εύκολων λύσεων και της φρούδας ελπίδας. Ούτε δημοσίων, ούτε κατ΄ ιδίαν και, κατά πάσα πιθανότητα, δεν τα κατανοούν.

 



Πηγή

ΕλληνικήelΕλληνικήΕλληνική

Σύνδεση

Εγγραφή

Επαναφορά κωδικού

Πληκτρολογήστε το ψευδώνυμο ή την ηλ. διεύθυνσή σας και θα σας αποσταλεί σύνδεσμος να δημιουργήσετε νέο συνθηματικό.