Η σχεδόν καθημερινή πίεση στις διεθνείς αγορές κρατικών ομολόγων συνεχίζεται. Το τρίμηνο που τελείωσε την Τετάρτη ήταν το χειρότερο για τα διεθνή ομόλογα από το αντίστοιχο του 2024, όπως επισήμανε χθεσινό άρθρο του Bloomberg. Καθώς και το 4ο τρίμηνο άρχισε όπως τελείωσε το 3ο, η χθεσινή ημέρα έφερε και νέο κύμα πωλήσεων στα διεθνή κρατικά ομόλογα και αυτό με την σειρά του ανέβασε ακόμα περισσότερο τις αποδόσεις τους και στην ουσία το κόστος δανεισμού για όλα σχεδόν τα κράτη στον κόσμο. Όποιος υπουργός οικονομικών ξεκινήσει σήμερα μία έκδοση ομολόγων, οποιασδήποτε διάρκειας, θα δει το επιτόκιό τους να διαμορφώνεται σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από αυτά των αρχών του καλοκαιριού.

Ξεκινώντας από τις ΗΠΑ, το πολύ σημαντικό για τις διεθνείς αγορές και την διεθνή οικονομία, το 10ετές Treasury, ξεπέρασε σε απόδοση κάποια στιγμή χθες το 5,34%, η οποία είναι η υψηλότερη από το 2002. Σε υψηλά 24 ετών βρίσκεται και η απόδοση του 30ετούς διαρκείας κρατικού αμερικανικού ομολόγου, έχοντας σχεδόν αγγίξει το 5,70%. Στην δική μας μεριά του Ατλαντικού, η απόδοση του τριακονταετούς ομολόγου του Ηνωμένου Βασιλείου ξεπέρασε το 6% για πρώτη φορά από το 1998, φτάνοντας μέχρι και το 6,02%., ενώ αυτή του 10ετούς βρέθηκε στο 5,51%, το υψηλότερο σημείο από το 2007.

Όπως επισήμανε το Bloomberg, το 30ετές είναι το πρώτο κρατικό 30ετές ομόλογο χώρας της ομάδας G7 που ξεπερνά την απόδοση του 6% από το 2012. Με το 2012 έχει σχέση και η αναφορά που θα κάνουμε στο 10ετές κρατικό γαλλικό ομόλογο. Την τελευταία ημέρα του Σεπτεμβρίου, η διαφορά στην απόδοσή του από την αντίστοιχη του γερμανικού 10ετούς κρατικού ομολόγου ξεπέρασε για πρώτη φορά από το 2012 το 1,2%, δηλαδή τις 120 μονάδες βάσης όπως λένε οι άνθρωποι της αγοράς ομολόγων. Χθες η κατάσταση έγινε ακόμα χειρότερη για το γαλλικό ομόλογο, καθώς κάποια στιγμή η απόδοσή του έφθασε στο 4,96% και μεγάλωσε ακόμα περισσότερο η απόστασή του από το αντίστοιχο γερμανικό. Χθες το απόγευμα περί τις 17:30, το spread των δύο ομολόγων ήταν στις 136 μονάδες βάσης (το γαλλικό είχε εκείνη την στιγμή απόδοση 4,92% και το γερμανικό 3,56%).

Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά πράγματα σχετικά με τις αιτίες πίσω από την μεγάλη και παρατεταμένη πίεση στην παγκόσμια αγορά κρατικών ομολόγων, αποτέλεσμα της οποίας ήταν το πολύ κακό τρίτο τρίμηνο του 2026 που μόλις αφήσαμε πίσω μας. Η άνοδος του πληθωρισμού είναι μία από τις βασικότερες, με τους πολέμους στην Μέση Ανατολή (κυρίως αυτόν) και στην Ουκρανία να έχουν κάνει άνω κάτω την αγορά ενέργειας με την πολύ σημαντική αύξηση στο κόστος των καυσίμων, να έχουν αναστατώσει τις εφοδιαστικές αλυσίδες πολλών κλάδων της οικονομίας και να έχουν δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα στην αγορά σιτηρών και άλλων τροφίμων αλλά και μετάλλων και άλλων πρώτων υλών. Στην άνοδο της τιμής των τροφίμων έχουν παίξει ρόλο και οι πολύ αντίξοες καιρικές συνθήκες σε αρκετές περιοχές του κόσμου.

Ο πληθωρισμός τροφοδοτείται και από το επενδυτικό κύμα της Τεχνητής Νοημοσύνης και την άνοδο στις τιμές πολλών προϊόντων που σχετίζονται με αυτήν. Πίεση στις αγορές δημιουργούν και οι αυξημένες ανάγκες δανεισμού πολλών κρατών, σε μεγάλο βαθμό και λόγω της αύξησης των αμυντικών δαπανών και πάρα πολλών μεγάλων επιχειρήσεων στα πλαίσια της φρενήρους ανάπτυξης της Τεχνητής Νοημοσύνης. Η είσοδος σε νέο κύκλο ανόδου των επιτοκίων αναφοράς, σαν συνέπεια και του υψηλού πληθωρισμού, είναι ένας ακόμα παράγων που οδηγεί σε πτώση τις τιμές των ομολόγων και τις αποδόσεις τους. Και βέβαια, καθόλου δεν έχει βοηθήσει η έλλειψη εμπιστοσύνης στις υποσχέσεις πολλών μεγάλων χωρών με μεγάλα δανειακά βάρη να περιορίσουν τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα.

Μιλώντας για ελλείμματα, πρέπει να τονίσουμε πως η μεγάλη άνοδος των αποδόσεων στα ομόλογα της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου έχει άμεση σχέση με την εκτίμηση των αγορών πως οι προϋπολογισμοί των δύο κρατών δεν πρόκειται να πετύχουν τους στόχους της μείωσης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων σαν ποσοστό του ΑΕΠ. Στην Γαλλία η κατάσταση μπορεί εύκολα να χαρακτηριστεί και ως έκρυθμη, καθώς χθες ξεκίνησε η συζήτηση στο κοινοβούλιο της χώρας σχετικά με τον προϋπολογισμό του 2027. Οι μαζικές πωλήσεις οφείλονται σε σημαντικό βαθμό στην πεποίθηση αρκετών επενδυτών πως, για μία ακόμα χρονιά, η σχετική κοινοβουλευτική συζήτηση θα τραβήξει μακριά και θα φέρει ένα αδιάφορο έως αρνητικό αποτέλεσμα, το οποίο απλά θα δώσει πίστωση χρόνου στην χώρα μέχρι της προεδρικές εκλογές της επόμενης άνοιξης, η έκβαση των οποίων έχει αρχίσει και ανησυχεί έντονα τις χρηματιστηριακές και ομολογιακές αγορές.

Η πολύ κακή πορεία των γαλλικών κρατικών ομολόγων και η ανησυχία για τις πολιτικές και δημοσιονομικές εξελίξεις έχει πλήξει και την χρηματιστηριακή αγορά της χώρας, με το χρηματιστήριο του Παρισιού να είναι το μόνο από τα σημαντικά ευρωπαϊκά που σημειώνει πτώση από την αρχή της χρονιάς (σε αυτό έχει παίξει βέβαια ρόλο και η κακή πορεία των μετοχών των εταιρειών ειδών πολυτελείας που έχουν μεγάλη συμμετοχή στους γαλλικούς χρηματιστηριακούς δείκτες). Είναι φανερό πως η ανησυχία για το πολιτικό ρίσκο και την κακή πορεία των δημοσιονομικών κρατά πολλούς επενδυτές μακριά από τις γαλλικές μετοχές, ειδικά τις τραπεζικές μετοχές, όπως ανέφερε χθεσινό άρθρο του Bloomberg.

Η αναφορά στις γαλλικές τραπεζικές μετοχές μας φέρνει και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές τραπεζικές μετοχές, οι οποίες υπέστησαν σοβαρά πλήγματα στην χθεσινή χρηματιστηριακή συνεδρίαση και ήταν οι πρωταγωνίστριες των απωλειών. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε τον λόγο πίσω από τις μεγάλες χθεσινές πωλήσεις. Οι τράπεζες έχουν μεγάλες ποσότητες κρατικών ομολόγων στα χαρτοφυλάκιά τους, ενώ η άνοδος των αποδόσεων κάνει γενικά κακό στην οικονομία και μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στους δανειολήπτες.

Όσο συνεχίζεται η άνοδος των αποδόσεων των γαλλικών ομολόγων τόσο θα ανεβαίνουν και οι αποδόσεις των ομολόγων για τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης, ίσως όχι με τον ίδιο ρυθμό αλλά σίγουρα θα ανεβαίνουν. Η Γαλλία είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μία ενδεχόμενη κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στο γαλλικό κρατικό χρέος είναι αδύνατον να μην μεταδοθεί, έστω και εν μέρει, και στην υπόλοιπη Ευρωζώνη ανεβάζοντας σημαντικά τις αποδόσεις και στα ομόλογα των άλλων κρατών μελών. Αυτό με την σειρά του θα κάνει πολλούς επενδυτές να προεξοφλήσουν σημαντική αύξησης του μελλοντικού κόστους αναχρηματοδότησης και εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους και για πολλές από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης.

Για να μην πολυλογούμε, σε μία τέτοια περίπτωση, ο φόβος είναι πως όλα αυτά θα γίνουν μία αυτοεπιβεβαιούμενη προφητεία, με τις πιέσεις στις αγορές ομολόγων να μπορούν δυνητικά να προκαλέσουν ένα είδος δημοσιονομικής κρίσης, τουλάχιστον στο μυαλό πολλών επενδυτών. Και όπως έχουμε δει και άλλες φορές, όταν οι επενδυτές αποφασίσουν πως υπάρχει δημοσιονομική κρίση, ακόμα και όταν κάνουν λάθος, υπάρχουν σοβαρές συνέπειες. Όχι μόνο στις μετοχές και τα ομόλογα που υποφέρουν έστω και άδικα αλλά πολλές φορές και στην ίδια την οικονομία. Δεν υποστηρίζουμε πως θα συμβεί κάτι τέτοιο και προφανώς απευχόμαστε αυτό το ενδεχόμενο. Δεν γίνεται όμως να το αγνοήσουμε, ακόμα και στην περίπτωση της χώρας μας που αυτή την στιγμή θεωρείται από τις αγορές, τους επενδυτές και τους ειδικούς αναλυτές ότι είναι από τις πιο υπεύθυνες από πλευράς δημοσιονομικής πολιτικής.

Παρόλο που αυτή η εκτίμηση απηχεί την πραγματικότητα, δεν πρόκειται να αποτελέσει ασπίδα στην περίπτωση που οι επενδυτές «αποφασίσουν» ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Το μόνο που περνάει από το χέρι μας για να μην μπούμε σε τέτοιες περιπέτειες είναι να συνεχίσουμε την συνετή πολιτική και να φροντίσουμε να μην δίνουμε την παραμικρή αφορμή στον οποιονδήποτε επενδυτή ή αναλυτή να σκεφθεί έστω και για ένα δευτερόλεπτο πως κάτι μπορεί να αλλάξει προς το χειρότερο σε αυτόν τον τομέα.



Πηγή

ΕλληνικήelΕλληνικήΕλληνική

Σύνδεση

Εγγραφή

Επαναφορά κωδικού

Πληκτρολογήστε το ψευδώνυμο ή την ηλ. διεύθυνσή σας και θα σας αποσταλεί σύνδεσμος να δημιουργήσετε νέο συνθηματικό.