Παρέμβαση για τις αποκαλύψεις του Capital.gr σχετικά με τις χρεώσεις στις ιδιωτικές κλινικές πραγματοποίησε το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, θέτοντας ερωτήματα προς όλες τις κατευθύνσεις για τους ελέγχους στο κόστος νοσηλείας και την προστασία των ασφαλισμένων από τεχνητές επιβαρύνσεις που μετακυλίονται στα ασφάλιστρα υγείας.
Σε κοινή δήλωσή τους, η Μιλένα Αποστολάκη, τομεάρχης Τραπεζών, Ιδιωτικού Χρέους, Προστασίας Δανειοληπτών και Επενδύσεων, και ο Γιάννης Τσίμαρης, τομεάρχης Υγείας του ΠΑΣΟΚ, υποστηρίζουν ότι οι νέες καταγγελίες αναδεικνύουν την ανάγκη αντιμετώπισης των στρεβλώσεων στην αγορά ιδιωτικής υγείας, αλλά και ενίσχυσης της διαφάνειας στην ασφαλιστική αγορά.
Όπως αναφέρουν, σύμφωνα με δημοσίευμα του Capital.gr, μεγάλοι ιδιωτικοί όμιλοι υγείας φέρονται να χρησιμοποιούν θυγατρικές εταιρείες προμηθειών ιατροτεχνολογικού υλικού, μέσω των οποίων πραγματοποιούνται ενδοομιλικές συναλλαγές με σημαντικά αυξημένες χρεώσεις. Εφόσον οι σχετικές πρακτικές επιβεβαιωθούν, σημειώνουν, θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην τεχνητή διόγκωση του κόστους νοσηλείας, με την επιβάρυνση να μεταφέρεται στις ασφαλιστικές εταιρείες και, τελικά, στους ασφαλισμένους μέσω των αυξήσεων στα ασφάλιστρα.
“Ποιος ελέγχει αυτές τις χρεώσεις; Ποιος ελέγχει τις ενδοομιλικές συναλλαγές; Και κυρίως, ποιος προστατεύει τους ασφαλισμένους από τη μετακύλιση ενός ενδεχομένως τεχνητά διογκωμένου κόστους;”, διερωτώνται οι δύο βουλευτές, ζητώντας ουσιαστικό έλεγχο των πρακτικών που διαμορφώνουν το κόστος στην ιδιωτική υγεία.
Οι αυξήσεις στα ασφάλιστρα και η προστασία των ασφαλισμένων
Το ΠΑΣΟΚ συνδέει το ζήτημα των χρεώσεων στις ιδιωτικές κλινικές με τις διαδοχικές αυξήσεις στα ασφάλιστρα υγείας, ιδιαίτερα στα ισόβια συμβόλαια. Όπως επισημαίνει, οι αναπροσαρμογές έχουν οδηγήσει ασφαλισμένους, κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας, να εγκαταλείπουν συμβόλαια για τα οποία κατέβαλλαν ασφάλιστρα επί δεκαετίες.
Στο πλαίσιο αυτό, οι δύο τομεάρχες αναφέρονται στις παρεμβάσεις του κόμματος προς την Τράπεζα της Ελλάδος και την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (EIOPA), με αντικείμενο την εποπτεία της ασφαλιστικής αγοράς, τη διαφάνεια στις αναπροσαρμογές και την προστασία των ασφαλισμένων από την απώλεια της ασφαλιστικής τους κάλυψης σε μεγαλύτερη ηλικία.
Παράλληλα, καλούν τα υπουργεία Ανάπτυξης και Υγείας να αναλάβουν πρωτοβουλίες, αποδίδοντας στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας πολιτικές ευθύνες για τη διατήρηση των στρεβλώσεων στην αγορά ιδιωτικής υγείας.
Η πρόταση για υποχρεωτική εφαρμογή των DRGs
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, το ΠΑΣΟΚ έχει καταθέσει νομοθετικές προτάσεις για τον περιορισμό των υπέρογκων αυξήσεων στα ασφάλιστρα υγείας, την προστασία των μεγαλύτερων σε ηλικία ασφαλισμένων και τη θέσπιση αξιόπιστου δείκτη αποζημιώσεων για τις ασφαλίσεις υγείας.
Κεντρική θέση στις προτάσεις του κόμματος κατέχει η υποχρεωτική εφαρμογή του συστήματος DRGs στα ιδιωτικά νοσοκομεία. Πρόκειται για σύστημα ταξινόμησης των νοσηλειών σε διαγνωστικά και θεραπευτικά ομοιογενείς κατηγορίες, με στόχο τον καθορισμό του κόστους βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων.
Όπως υποστηρίζουν οι δύο τομεάρχες, η εφαρμογή του συστήματος θα μπορούσε να διασφαλίσει ότι το κόστος νοσηλείας θα είναι προκαθορισμένο, διαφανές και γνωστό εκ των προτέρων, περιορίζοντας τις αιφνιδιαστικές ή καταχρηστικές χρεώσεις. Προτείνουν, επίσης, οι αποκλίσεις από το προκαθορισμένο κόστος να επιβαρύνουν τις κλινικές, εκτός εάν τεκμηριώνεται αλλαγή της διαγνωστικής κατηγορίας.
“Η προστασία των ασφαλισμένων δεν μπορεί να υποτάσσεται στην ανεξέλεγκτη διαμόρφωση των χρεώσεων στην ιδιωτική υγεία και στην αδιαφανή λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς”, καταλήγουν, ασκώντας κριτική στην κυβερνητική πολιτική και ζητώντας παρεμβάσεις για τη διαφάνεια στις χρεώσεις και τον έλεγχο του κόστους νοσηλείας.
Ολόκληρη η κοινή δήλωση Μιλένας Αποστολάκη και Γιάννη Τσίμαρη:
“Νέες σοβαρές καταγγελίες για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται το κόστος νοσηλείας στα
ιδιωτικά νοσοκομεία έρχονται στο φως της δημοσιότητας, επιβεβαιώνοντας την ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης των στρεβλώσεων στην αγορά ιδιωτικής υγείας, αλλά και της αδιαφάνειας στη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς και των πρακτικών αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων, τις οποίες το ΠΑΣΟΚ έχει επανειλημμένα αναδείξει.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Capital.gr, μεγάλοι ιδιωτικοί όμιλοι υγείας φέρονται να χρησιμοποιούν θυγατρικές εταιρείες προμηθειών ιατροτεχνολογικού υλικού, μέσω των οποίων πραγματοποιούνται ενδοομιλικές συναλλαγές με σημαντικά αυξημένες χρεώσεις. Οι πρακτικές αυτές, εφόσον επιβεβαιωθούν, οδηγούν σε τεχνητή διόγκωση του κόστους νοσηλείας, το οποίο μετακυλίεται στις ασφαλιστικές εταιρείες και τελικά στους ίδιους τους ασφαλισμένους, μέσω των διαρκών αυξήσεων στα ασφάλιστρα υγείας.
Δημιουργούνται επομένως εύλογα ερωτήματα. Ποιος ελέγχει αυτές τις χρεώσεις; Ποιος ελέγχει τις ενδοομιλικές συναλλαγές; Και κυρίως, ποιος προστατεύει τους ασφαλισμένους από τη μετακύλιση ενός ενδεχομένως τεχνητά διογκωμένου κόστους;
Το ΠΑΣΟΚ έχει αναδείξει πρόσφατα και τις δραματικές συνέπειες των διαδοχικών αυξήσεων στα ισόβια ασφαλιστήρια υγείας, που εξαναγκάζουν πολίτες, ιδίως μεγαλύτερης ηλικίας, να εγκαταλείπουν συμβόλαια για τα οποία κατέβαλλαν ασφάλιστρα επί δεκαετίες. Με παρεμβάσεις προς την Τράπεζα της Ελλάδος και την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (EIOPA), έχει θέσει το ζήτημα της ουσιαστικής εποπτείας, της διαφάνειας των αναπροσαρμογών και της προστασίας των ασφαλισμένων από την απώλεια της κάλυψής τους ακριβώς όταν τη χρειάζονται περισσότερο.
Τα Υπουργεία Ανάπτυξης και Υγείας δεν μπορούν να συνεχίσουν να παρακολουθούν ως θεατές μια κατάσταση που πλήττει ευθέως εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες και ασφαλισμένους. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει σοβαρές πολιτικές ευθύνες για αυτή την κατάσταση. Επί επτά χρόνια αφήνει άθικτες τις στρεβλώσεις στην αγορά ιδιωτικής υγείας και αντί να αντιμετωπίσει τις αιτίες που εκτοξεύουν το κόστος νοσηλείας, επιτρέπει να μεταφέρεται διαρκώς ο λογαριασμός στους ασφαλισμένους.
Το ΠΑΣΟΚ έχει καταθέσει συγκεκριμένες νομοθετικές προτάσεις για την αντιμετώπιση των υπέρογκων αυξήσεων στα ασφάλιστρα υγείας. Έχει προτείνει τον περιορισμό των αυξήσεων των ασφαλίστρων υγείας με αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, την προστασία των ασφαλισμένων μεγαλύτερης ηλικίας που έχουν υποστεί υπέρογκες αυξήσεις και τη θέσπιση αξιόπιστου δείκτη αποζημιώσεων των ασφαλίσεων υγείας.
Κυρίως, όμως έχει προτείνει την υποχρεωτική εφαρμογή του συστήματος DRGs στα ιδιωτικά νοσοκομεία, ώστε το κόστος νοσηλείας να είναι προκαθορισμένο, διαφανές και γνωστό εκ των προτέρων, να απαγορεύονται οι αιφνιδιαστικές και καταχρηστικές χρεώσεις και οι αποκλίσεις να επιβαρύνουν τις κλινικές, εκτός εάν υπάρχει τεκμηριωμένη αλλαγή διαγνωστικής κατηγορίας.
Η προστασία των ασφαλισμένων δεν μπορεί να υποτάσσεται στην ανεξέλεγκτη διαμόρφωση των χρεώσεων στην ιδιωτική υγεία και στην αδιαφανή λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς που αποτελεί τον κορμό της πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας.
Νωρίτερα το Capital.gr μετέδιδε:
Οι μεγάλοι ιδιωτικοί όμιλοι κλινικών χρησιμοποιούν δικές τους εταιρείες-μεσάζοντες για να υπερτιμολογούν ιατρικά υλικά και να φουσκώνουν, όπως καταγγέλλεται από γνώστες της ασφαλιστικής αγοράς και καταναλωτικές οργανώσεις, τεχνητά το κόστος νοσηλειών. Οι εταιρείες αυτές αγοράζουν τα υλικά σε κανονικές τιμές αγοράς και τα πωλούν ενδοομιλικά στις κλινικές με σημαντική υπερτιμολόγηση. Τον τεχνητά διογκωμένο λογαριασμό πληρώνουν οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι οποίες με τη σειρά τους τον μετακυλίουν στους ασφαλισμένους με ιδιωτικά συμβόλαια υγείας, μέσω υπέρογκων ετήσιων αυξήσεων στα ασφάλιστρα. Μάλιστα, η πρακτική αυτή “βιάζει” και τον δείκτη κόστους νοσηλείας της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, ο οποίος χρησιμοποιείται για τον καθορισμό των ετήσιων αυξήσεων στα ασφάλιστρα υγείας.
Στην καρδιά του παραπάνω μηχανισμού που έχει στηθεί εδώ και αρκετά χρόνια -και απότελεί κοινό μυστικό στους γνώστες της αγοράς ιδιωτικής υγείας και των στελεχών ασφαλιστικών εταιρειών του κλάδου Υγείας-, βρίσκονται οι εταιρείες προμηθειών υλικού που έχουν στήσει οι ίδιοι οι μεγάλοι ομίλοι της ιδιωτικής υγείας. Οι εταιρείες αυτές εμφανίζουν τζίρους δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ και υψηλή κερδοφορία από τη διαφορά του κόστους αγοράς του υλικού και της πώλησής του ενδοομιλικά σε σημαντικά υψηλότερη τιμή.
Οι εταιρείες-μεσάζοντες των HHG και Ιατρικού Αθηνών
Στον όμιλο Hellenic Healthcare Group (HHG), που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τα Υγεία, Metropolitan Hospital, Metropolitan General, Μητέρα και Λητώ, τον ρόλο της διαχείρισης προμηθειών έχει η GMP – Group Medical Purchasing. Η εταιρεία, η οποία ανήκει κατά 100% στην Περσεύς (Metropolitan), κατέγραψε πωλήσεις 73,54 εκατ. ευρώ το 2025, έναντι 69,21 εκατ. ευρώ το 2024. Προσωπικό; Μόλις 12 εργαζομένοι! Από τον όγκο του τζίρου γίνεται αντιληπτό ότι μια εταιρεία τέτοιου μεγέθους είναι αδύνατο να έχει πραγματική παραγωγική δραστηριότητά μόνο με 12 υπαλλήλους. Είναι προφανές ότι πρόκειται για εταιρεία-μεσάζοντα, όπως λένε γνώστες της αγοράς, με μοναδικό αντικείμενο μόνο την υπερτιμολόγηση. Αξίζει να σημειωθεί ότι πρόεδρος στην GMP είναι ο κ. Σπυρίδης, επικεφαλής και όλου του ομίλου HHG.
Στον όμιλο Ιατρικού Αθηνών, αντίστοιχη δραστηριότητα ασκεί η Ιατρική Τεχνική Μονοπρόσωπη Α.Ε.Β.Ε., θυγατρική κατά 100% του ομίλου. Η εταιρεία εμφάνισε κύκλο εργασιών 40,88 εκατ. ευρώ το 2024, έναντι 36,32 εκατ. ευρώ το 2023. Αντίστοιχα στην εταιρεία απασχολούνται μόλις 17 εργαζομένοι.
Με απλά λόγια, αντί η ιδιωτική κλινική (πχ. το Υγεία ή το Ιατρικό Αθηνών) να έχει μια απλή διεύθυνση προμηθειών που θα αγοράζει υλικό από την αγορά και θα το χρησιμοποιεί κατά τις νοσηλείες, προχώρησε στη σύσταση μια εταιρείας μεσάζοντα που αγοράζει αυτή το υλικό και το πουλά στη συνέχεια σε υπέρογκη τιμή στην κλινική. Αυτή με τη σειρά της χρεώνει τα υπερτιμολογημένα υλικά στην ασφαλιστική εταιρεία η οποία με τη σειρά της τά χρεώνει στους ασφαλισμένους της μέσω ετήσιων αυξήσεων στα ασφάλιστρα. Στην ουσία τα κέρδη των εταιρειών μεσαζόντων πληρώνονται αδρά από τους ασφαλισμένους των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών. Και μάλιστα νομότυπα αφού οι τεχνητές αυξήσεις στο κόστος υλικών αυξάνει τεχνητά και το κόστος νοσηλειών που μετρά η ΕΛΛΣΤΑΤ και αποτελεί τη νομιμοποιητική βάση των ασφαλιστικών εταιρειών για αυξήσεις στα ασφάλιστρα.
Μαλιστα, οι εταιρείες προμηθειών που συνδέονται με τους ομίλους HHG και Ιατρικού Αθηνών εμφανίζουν σημαντικά μικτά κέρδη (πωλήσεις μείον το κόστος πωληθέντων) από τη δραστηριότητά τους στην εμπορία ιατρικών υλικών που αφορά τους ίδιους. Η GMP (Group Medical Purchasing), που εξυπηρετεί νοσοκομεία του HHG, κατέγραψε το 2024 μικτό κέρδος 8,52 εκατ. ευρώ και το 2025 το ποσό των 8,90 εκατ. ευρώ. Αξίζει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας, το αντικείμενό της είναι η προμήθεια ιατρικών αναλωσίμων, χειρουργικών και εμφυτεύσιμων υλικών, καθώς και την κεντρική διαχείριση των προμηθειών και της εφοδιαστικής αλυσίδας για τις χειρουργικές επεμβάσεις των νοσοκομείων του ομίλου. Στις δραστηριότητές της περιλαμβάνονται επίσης η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σχετικά με την εμπορία ιατρικών προϊόντων, η διαμεσολάβηση μεταξύ προμηθευτών του εξωτερικού και φορέων του κλάδου της υγείας, καθώς και η διοργάνωση εκπαιδευτικών σεμιναρίων και ιατρικών συνεδρίων. Είναι επομένως σαφές ότι το ίδιο το καταστατικό της εταιρείας “ομολογεί” πώς το αντικείμενο της είναι η διαμεσολάβηση για τον ίδιο τον όμιλο!
Αντίστοιχα, η Ιατρική Τεχνική, θυγατρική του Ιατρικού Αθηνών, εμφάνισε το 2024 μικτό κέρδος 8,52 εκατ. ευρώ. Τα μεγέθη αυτά αποτυπώνουν την έκταση και την κερδοφορία της εμπορικής δραστηριότητας των δύο εταιρειών. Μάλιστα, οι αριθμοί αυτού γεννούν και ευλογα ερωτήματα για τα αποτελέσματα που πραγματοποιούν οι ίδιες οι κλινικές καθώς οι υψηλές δαπάνες που εμφανίζουν προς τις θυγατρικές τους εταιρείες προμηθειών ουσιαστικά επηρεάζουν άμεσα και την κερδοφορία τους.
Ο όμιλος Ιατρικού Αθηνών εμφάνισε το 2025 σημαντική επιδείνωση της κερδοφορίας του, παρά την αύξηση του κύκλου εργασιών. Σε επίπεδο εταιρείας, οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 2,3%, στα 271,72 εκατ. ευρώ, ωστόσο το κόστος πωλήσεων ενισχύθηκε κατά 11,57 εκατ. ευρώ, στα 226,20 εκατ. ευρώ. Ως αποτέλεσμα, το μικτό κέρδος υποχώρησε από 51 εκατ. ευρώ το 2024 σε 45,52 εκατ. ευρώ το 2025, ενώ τα λειτουργικά κέρδη περιορίστηκαν σε μόλις 58.000 ευρώ, από 8,08 εκατ. ευρώ. Η εταιρεία πέρασε από καθαρά κέρδη 15,58 εκατ. ευρώ σε ζημίες 10,17 εκατ. ευρώ, εξέλιξη που αναδεικνύει την έντονη πίεση στο σκέλος των εξόδων της στα οποία περιλαμβάνονται και οι αγορές από τη εταιρεία προμηθειών που ανήκει στον ίδιο όμιλο! Οι παραπάνω πρακτικές γεννούν τεράστια ερωτήματα προς διερεύνηση για τη νομιμότητά τους από τις αρμόδιες αρχές. Δηλαδή ενώ η θυγατρική εταιρεία προμηθειών του ιατρικού υλικού εμφανίζει σημαντικά κέρδη η μητρική εταιρεία εμφανίζει σημαντικές ζημιές!
Από τα 7.000 ευρώ στα 20.000 ευρώ
Τα παραδείγματα υπερτιμολόγησης που καταγράφονται σε μαρτυρίες ανθρώπων της ασφαλιστικής αγοράς και της αγοράς ιδιωτικής Υγείας προκαλούν. Αμφικοιλιακός απινιδωτής, που αγοράστηκε από έμπορο ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού έναντι 7.000 ευρώ, φέρεται να πωλήθηκε σε ιδιωτική κλινική προς 28.000 ευρώ. Μετά από διαπραγμάτευση με την ασφαλιστική εταιρεία, η χρέωση περιορίστηκε στις 20.000 ευρώ. Με άλλα λόγια, ακόμη και μετά την έκπτωση, η χρέωση παρέμενε σχεδόν τριπλάσια της αρχικής τιμής αγοράς.
Αντίστοιχα, βαλβίδα για διαδερμική αντικατάσταση αορτικής βαλβίδας, με αναφερόμενη τιμή 11.000 ευρώ, χρεώθηκε στην ασφαλιστική εταιρεία προς 25.000 ευρώ.
Το 40% του λογαριασμού και οι αυξήσεις στα ασφάλιστρα
Σύμφωνα με έγκυρες πηγές της ασφαλιστικής αγοράς, τα ιατρικά υλικά αντιπροσωπεύουν περίπου το 40% του κόστους κάθε νοσηλείας. Το υπόλοιπο 60% αφορά τις αμοιβές των γιατρών και το κόστος του “κρεβατιού”, δηλαδή της νοσηλείας και των σχετικών υπηρεσιών (τροφή κλπ).
Οι ασφαλιστικές εταιρείες επιχειρούν να περιορίσουν τις χρεώσεις, ελέγχοντας ακόμη και ένα προς ένα τα τιμολόγια και διαπραγματευόμενες εκπτώσεις για κάθε περιστατικό. “Σε κάθε λογαριασμό νοσηλείας ασφαλισμένου που λαμβάνουμε γίνεται μάχη για να περιορίσουμε το κόστος των ιατρικών υλικών που μας χρεώνουν”, λέει έμπειρο στέλεχος του ασφαλιστικού κλάδου. “Οι υπέρογκες χρεώσεις για το ιατρικό υλικό προκύπτουν εν μέρει από τις υπερτιμολογήσεις που κάνουν ενδοομιλικά οι κλινικές με παρένθετες δικές τους εταιρείες προμηθειών”.
Η διαπραγματευτική ισχύς, ωστόσο, των ασφαλιστικών εταιρειών έχει όρια. Καμία εταιρεία δεν θέλει να βρεθεί αντιμέτωπη με τη διακοπή της συνεργασίας της με ένα μεγάλο θεραπευτήριο, όταν πρέπει να εξασφαλίσει πρόσβαση των ασφαλισμένων της σε νοσοκομειακές υπηρεσίες, λαμβάνοντας υπόψη και τον ολιγοπωλειακό χαρακτήρα της αγοράς ιδιωτικών νοσηλευτηρίων.
Έτσι, η έκπτωση που τελικά επιτυγχάνεται μπορεί να αφορά μια τιμή η οποία εξαρχής είναι πολύ υψηλότερη από την τιμή προμήθειας. Και το κόστος δεν εξαφανίζεται. Ενσωματώνεται στις αποζημιώσεις που καταβάλλουν οι ασφαλιστικές και τροφοδοτεί τις πιέσεις για ακριβότερα ασφάλιστρα και συμβόλαια.
Από το 2021 έως το 2025, τα ασφάλιστρα των μακροχρόνια ασφαλισμένων αυξήθηκαν σχεδόν κατά 40%, σύμφωνα με τα στοιχεία.
Η ΕΚΠΟΙΖΩ καταγγέλλει αδιαφάνεια
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η παρέμβαση της Ένωσης Καταναλωτών – Ποιότητα Ζωής. Η πρόεδρός της, Παναγιώτα Καλαποθαράκου, περιγράφει στο Capital.gr με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο το πρόβλημα:
“Η ΕΚΠΟΙΖΩ θεωρεί ότι οι χρεώσεις των ιατροτεχνολογικών υλικών στα ιδιωτικά θεραπευτήρια είναι εντελώς αδιαφανείς, υπερπολλαπλάσιες του πραγματικού κόστους και ίσως είναι η αφορμή και το πρόσχημα που χρησιμοποιούν τα νοσοκομεία για τις υπέρογκες, αδικαιολόγητες και ασύστολες αυξήσεις που επιβαρύνουν εν τέλει τους ασφαλισμένους. Είναι επιτακτική ανάγκη να ληφθούν άμεσα και δραστικά μέτρα για την αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού και την επιβολή της νομιμότητας, ώστε να προστατευθούν οι καταναλωτές από αυτές τις αυθαίρετες και άδικες πρακτικές”.
Η δήλωση της προέδρου της ΕΚΠΟΙΖΩ αναδεικνύει τον πυρήνα του προβλήματος: ο ασφαλισμένος δεν επιλέγει τα υλικά που θα χρησιμοποιηθούν στη νοσηλεία του, δεν διαπραγματεύεται τις τιμές τους και συνήθως δεν έχει πρόσβαση σε ολόκληρη την αλυσίδα τιμολόγησης. Καλείται, όμως, να πληρώσει το αποτέλεσμα μέσω του ασφαλίστρου του.
“Βιάζεται” ο δείκτης της ΕΛΣΤΑΤ
To ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω του τρόπου υπολογισμού του δείκτη αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων των μακροχρόνιων ασφαλίσεων υγείας με την σχετική αρμοδιότητα να έχει περάσει από το 2025 στην ΕΛΣΤΑΤ καθώς είχε κριθεί ότι ο προηγούμενος δείκτης του ΙΟΒΕ δεν ήταν αντιπροσωπευτικός . Ο δείκτης βασίζεται πλέον σε στοιχεία κόστους νοσηλείας και χρησιμοποιείται στο πλαίσιο καθορισμού των ετήσιων αναπροσαρμογών των σχετικών ασφαλίστρων.
Στελέχη της ασφαλιστικής αγοράς παραδέχονται ότι η πρακτική των υπερτιμολογήσεων ιατρικού υλικού ουσιαστικά φουσκώνει τεχνητά και τον δείκτη της ΕΛΛΣΤΑΤ και οδηγεί σε αδικαιολόγητες αυξήσεις των ασφαλίστρων. Από την ασφαλιστική αγορά τονίζουν ότι θα πρέπει άμεσα να καθιερωθούν τα λεγόμενα DRG’s που είναι συγκεκριμένα όρια υλικών και χρεώσεων ανά περιστατικό. Αυτό θα τελειώσει και τις υπερτιμολογήσεις αλλά και τις αδικαιολόγητες χρεώσεις μεγαλύτερου όγκου υλικών από τις απαιτούμενες ανά νοσηλεία.

