Σχεδόν 25 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο δημόσιο χρέος έως το 2031, ανάπτυξη ταχύτερη από την Eυρωζώνη, ανεργία που κατευθύνεται προς το 7,6% και ένα νέο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων 11 δισ. ευρώ για το 2027. Τα μεγέθη αυτά αποκτούν ιδιαίτερο επενδυτικό ενδιαφέρον, καθώς ο Γενικός Δείκτης του Euronext Athens έχει απομακρυνθεί περίπου 6% από την περιοχή των 2.740 μονάδων και ο Τραπεζικός σχεδόν 11% από τις 3.360. Η αγορά έχει ήδη προχωρήσει σε μια πρώτη αναπροσαρμογή των τιμών της, ενώ οι μεσοπρόθεσμες οικονομικές προβλέψεις εξακολουθούν να προσφέρουν επιχειρήματα για τη διατήρηση της ανοδικής πορείας.
Στις δημοσιονομικές προβολές του ΔΝΤ, το ελληνικό χρέος κατευθύνεται κοντά στο 111% του ΑΕΠ το 2031, από επίπεδα άνω του 136% το 2026. Η μείωση αυτή αποκτά μεγαλύτερη οικονομική σημασία, αν συνυπολογιστεί η διάρθρωση των κρατικών υποχρεώσεων. Σύμφωνα με τον ΟΔΔΗΧ, η μέση σταθμική διάρκεια του χρέους φτάνει τα 18,28 έτη, ενώ το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης διαμορφωνόταν στο 1,94% στα μέσα του 2026. Το μεγαλύτερο μέρος του υφιστάμενου χρέους προστατεύεται από τις άμεσες επιτοκιακές μεταβολές, επιτρέποντας στο Δημόσιο να κατανέμει τις ανάγκες αναχρηματοδότησης σε μεγάλο χρονικό ορίζοντα.
Η σταδιακή αποκλιμάκωση του ελληνικού κινδύνου μπορεί να περιορίσει το απαιτούμενο ασφάλιστρο απόδοσης για τις ελληνικές επενδύσεις. Μείωση του κόστους ιδίων κεφαλαίων κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα, σε ένα ενδεικτικό υπόδειγμα αποτίμησης με απαιτούμενη απόδοση 10% και μακροχρόνια αύξηση ταμειακών ροών 2%, θα αύξανε τη θεωρητική αξία κατά περίπου 6,7%, με αμετάβλητες τις υπόλοιπες παραδοχές. Πρόκειται για υποθετική άσκηση ευαισθησίας, η οποία εξηγεί γιατί η πορεία του κρατικού χρέους ενδιαφέρει άμεσα τους διαχειριστές κεφαλαίων.
Στην τελευταία έκθεσή του για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας, το ΔΝΤ προβλέπει ανάπτυξη 1,8% για την Ελλάδα τόσο το 2026 όσο και το 2027, έναντι 1,1% και 1,2% αντίστοιχα για την Eυρωζώνη. Η σωρευτική αύξηση του πραγματικού ελληνικού ΑΕΠ υπολογίζεται σε 3,63%, έναντι 2,31% της Eυρωζώνης. Η διαφορά των 1,32 ποσοστιαίων μονάδων συνοδεύεται από προβλεπόμενη μείωση της ανεργίας από 8,9% το 2025 σε 7,6% το 2027, με ευνοϊκές προεκτάσεις για την απασχόληση, την κατανάλωση και την εγχώρια επιχειρηματική δραστηριότητα.
Το 2027 αποκτά ξεχωριστή σημασία και για τις επενδύσεις. Το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων εκτός Ταμείου Ανάκαμψης προβλέπεται να αυξηθεί από 9,8 δισ. σε 11 δισ. ευρώ, κατά 12,2%. Η ολοκλήρωση των πρόσθετων πόρων του RRF περιορίζει τη συνολική δημόσια χρηματοδοτική ώθηση, ωστόσο παραμένουν ενεργά πολυετή ευρωπαϊκά προγράμματα, συμβασιοποιημένα έργα και δυνατότητες τραπεζικής χρηματοδότησης. Η πραγματική απορρόφηση των πιστώσεων και η εκτέλεση των επενδύσεων θα καθορίσουν πόσο γρήγορα θα περάσουν τα διαθέσιμα κεφάλαια στην παραγωγή και στα εταιρικά αποτελέσματα.
Οι τράπεζες αποκτούν πρόσθετο χώρο για αύξηση των χρηματοδοτήσεων, ενώ οι υποδομές και οι επιχειρήσεις με υψηλή επενδυτική δραστηριότητα μπορούν να επωφεληθούν από τη συνέχιση των έργων. Το ζητούμενο είναι η μετατροπή αυτής της δραστηριότητας σε επαναλαμβανόμενη λειτουργική κερδοφορία και ισχυρότερες ταμειακές ροές.
Με αυτά τα δεδομένα, η πρόσφατη χρηματιστηριακή διόρθωση προσφέρει μια ευκαιρία επανεξέτασης των αποτιμήσεων. Οι επενδυτές που τοποθετούνται με μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα έχουν πλέον χαμηλότερα επίπεδα τιμών για να αξιολογήσουν, με την προϋπόθεση ότι οι εκτιμήσεις εταιρικής κερδοφορίας θα διατηρηθούν ανθεκτικές. Η ελληνική οικονομία προβλέπεται να συνεχίσει να μειώνει το χρέος της και να αναπτύσσεται ταχύτερα από την Eυρωζώνη. Όταν η Ελλάδα ετοιμάζεται να χρωστά λιγότερα, το Χρηματιστήριο ετοιμάζεται να αξίζει περισσότερα.
Η διαγραμματική προσέγγιση των βασικών δεικτών συμπληρώνει την παραπάνω επενδυτική θεώρηση, καθώς η πρόσφατη υποχώρηση έχει μεταφέρει τις τιμές κοντά σε περιοχές όπου θα κριθεί η δυνατότητα ανοδικής επαναφοράς.
Ο Γενικός Δείκτης, μετά την απώλεια της ανοδικής γραμμής “Q” που συνόδευε την κίνησή του από την άνοιξη, έχει επιστρέψει κοντά στη στήριξη των 2.545 μονάδων. Η προσπάθεια ανάκαμψης προς τις 2.620 συνάντησε νέες πωλήσεις, με την τελευταία διαθέσιμη τιμή στις 2.579 μονάδες. Η υπεράσπιση των 2.545 μπορεί να επιτρέψει σταδιακή επαναφορά προς τις 2.640 μονάδες, η υπέρβαση των οποίων θα άνοιγε την προοπτική προσέγγισης των 2.740. Αντίθετα, επιβεβαιωμένη διάσπαση της στήριξης θα αύξανε τις πιθανότητες υποχώρησης προς τις 2.430 μονάδες.
Ανάλογη πίεση καταγράφεται στον FTSE ATHEX Large Cap, ο οποίος έχει απομακρυνθεί από τις 7.060 μονάδες και δοκιμάζει την ευρύτερη περιοχή των 6.500. Η τελευταία ανοδική απόπειρα περιορίστηκε κάτω από τις 6.750, αφήνοντας ενεργή την προσφορά στις υψηλότερες τιμές. Επανακατάκτηση των 6.750 μονάδων θα βελτίωνε τις προϋποθέσεις επιστροφής προς τις 7.060, ενώ καθοδική παραβίαση των 6.500 θα επέτρεπε επέκταση της διόρθωσης προς τις 6.170. Η συμπεριφορά γύρω από την τρέχουσα στήριξη αποκτά αυξημένη σημασία για την πορεία της υψηλής κεφαλαιοποίησης.
Στον Τραπεζικό Δείκτη, η κάθοδος από τις 3.360 μονάδες έχει οδηγήσει τις τιμές κοντά στις 2.980, με τα τελευταία διήμερα candlesticks να διατηρούν την πίεση των πωλητών. Η συγκεκριμένη περιοχή αποτελεί πλέον βασικό πεδίο αναμέτρησης. Σταθεροποίηση πάνω από τις 2.980 και επάνοδος στις 3.100 μονάδες θα μπορούσαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο τις 3.170. Σε περίπτωση απώλειας της στήριξης, η επόμενη περιοχή ενδιαφέροντος εντοπίζεται στις 2.880 μονάδες.
Τέλος, η μεσαία κεφαλαιοποίηση εμφανίζει επίσης σημάδια κόπωσης, με τον FTSE ATHEX Mid Cap να κινείται γύρω από τις 3.000 μονάδες, έχοντας προηγουμένως απομακρυνθεί από την περιοχή των 3.218. Στο εβδομαδιαίο διάγραμμα, η ακολουθία χαμηλότερων υψηλών εξακολουθεί να περιορίζει τις ανοδικές προσπάθειες. Η επαναφορά πάνω από τις 3.000 θα μπορούσε να δημιουργήσει περιθώρια κίνησης προς τις 3.100 και αργότερα τις 3.218 μονάδες. Εφόσον συνεχιστεί η υποχώρηση, οι 2.880 μονάδες αποτελούν την επόμενη σημαντική στήριξη.
* Ο Απόστολος Μάνθος είναι υπεύθυνος τεχνικής ανάλυσης & επενδυτικής στρατηγικής
** Το περιεχόμενο του άρθρου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως συμβουλή ή πρόταση ή προτροπή ή σύσταση ή πρόσκληση για την αγορά ή πώληση οποιασδήποτε μετοχής ή επενδυτικού ή χρηματοοικονομικού προϊόντος που διαπραγματεύεται σε οργανωμένη ή μη αγορά.
*** Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Κεφάλαιο”

