Της Ελευθερίας Κούρταλη
Οι πιθανότητες μιας μεγάλης, ευρείας κλίμακας ανάκαμψης σε περίπτωση επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ μάλλον έχουν μειωθεί με την πάροδο του χρόνου, εκτιμούν οι αναλυτές, αν και ορισμένες αγορές καθώς και ορισμένα assets, έχουν μεγαλύτερα περιθώρια ανόδου από άλλα.
Κατά την Capital Economics, ένα από αυτά τα assets που μπορεί να ωφεληθεί είναι το γεν. Αν μη τι άλλο, η επαναλειτουργία του Ορμούζ είναι πιθανώς απαραίτητο για την αποφυγή περαιτέρω παρεμβάσεων.
Τι να περιμένουμε από οποιοδήποτε ράλι ανακούφισης
Το κλίμα στις αγορές είναι αρκετά θετικό αυτή τη στιγμή, χάρη στην αισιοδοξία για μια συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Τραμπ σημείωσε το Σαββατοκύριακο ότι μια συμφωνία “έχει σε μεγάλο βαθμό διαπραγματευτεί” και δημοσιεύματα υπέδειξαν, το πιο σημαντικό, ότι θα περιλαμβάνει το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Φυσικά, όπως τονίζει η Capital Economics, έχουν υπάρξει αρκετές λανθασμένα σήματα για το πολυσυζητημένο αυτό “άνοιγμα” τους τελευταίους δύο μήνες, και ο Τραμπ μάλιστα υποβάθμιζε το περασμένο 24ωρο τις πιθανότητες μιας επικείμενης συμφωνίας. Επομένως, υπάρχει σίγουρα περιθώριο για μεγαλύτερη ανοδική πορεία εάν τα καλά νέα επιβεβαιωθούν τελικά.
Αλλά ο οίκος εξακολουθεί να πιστεύει ότι υπάρχουν μερικά πράγματα που μπορεί να εμποδίσουν αυτή τη θετική εξέλιξη. Σε αυτό το πλαίσιο, παραθέτει τους εξής τρεις σημαντικούς παράγοντες:
Πρώτον, οι τιμές της ενέργειας δεν θα επιστρέψουν αμέσως σε επίπεδα “κανονικότητας”, δηλαδή στα προ του πολέμου επίπεδα, παρά την όποια αρχική βουτιά. Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, ένα διαρκές σοκ στους όρους του εμπορίου, εις βάρος των νομισμάτων των εισαγωγέων καθαρής ενέργειας.
Δεύτερον, μειώσεις των επιτοκίων πιθανότατα δεν θα γίνουν φέτος στις περισσότερες μεγάλες οικονομίες, ακόμη και αν τελειώσει ο πόλεμος. Έτσι, τα ράλι των ομολόγων θα είναι ιδιαίτερα μεγάλα, κατά την άποψη της Capital Economics, μόνο σε όποιες χώρες/περιοχές οι προσδοκίες για τα επιτόκια εξακολουθήσουν να είναι αρκετά υψηλές, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά όχι οι ΗΠΑ.
Τρίτον, και ίσως το πιο σημαντικό, η όρεξη των επενδυτών για ρίσκο ήταν πολύ ανθεκτική κατά τη διάρκεια του πολέμου. Αυτό σίγουρα περιορίζει το περιθώριο για μια μεγάλη ανάκαμψη των risk assets (ή των νομισμάτων μεγαλύτερου ρίσκου). Είναι αλήθεια, σημειώνει η Capital Economics, πως δεν τα έχουν πάει όλοι οι τομείς της αγοράς εξίσου καλά, και οι αποτιμήσεις των μετοχών εξακολουθούν να είναι μειωμένες σε όλους τους κλάδους από την έναρξη του πολέμου.
Αλλά ένα μέρος αυτού είναι πιθανώς συνέπεια των υψηλότερων αποδόσεων των “ασφαλών” περιουσιακών στοιχείων, οι οποίες φαίνεται απίθανο να επιστρέψουν αμέσως στα προ του πολέμου επίπεδά τους, τονίζει ο οίκος.
Πράγματι, το ασφάλιστρο κινδύνου μετοχών των ΗΠΑ φαίνεται να έχει μειωθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ίσως και να είχε μειωθεί ακόμη περισσότερο ελλείψει της σύγκρουσης. Ωστόσο, η αίσθηση της Capital Economics, όπως σημειώνει, είναι ότι οι ελπίδες για μεγάλα μελλοντικά κέρδη πιθανότατα εξαρτώνται πολύ περισσότερο από την αύξηση των κερδών των τεχνολογικών εταιρειώ,ν παρά από την ταχεία επιστροφή της όρεξης των επενδυτών για ρίσκο, η οποία, στην πραγματικότητα, είναι ήδη ισχυρή.
Η Τακαΐτσι δεν είναι Τρας όσον αφορά το γεν
Κάτι που έχει πληγεί αρκετά σκληρά από τον πόλεμο είναι η φήμη του ιαπωνικού γεν ως ασφαλούς καταφυγίου, τονίζει η Capital Economics. Η τρέχουσα κατάσταση είναι κάτι σαν τέλεια καταιγίδα για το νόμισμα, με τις αποδόσεις των ομολόγων σε όλων των κόσμο να έχουν αυξηθεί και ένα σοκ να έχει χτυπήσεις τους όρους του εμπορίου.
Ωστόσο, ο οίκος πιστεύει ότι αυτά εξηγούν τα περισσότερα, αν όχι όλα, τα προβλήματα του γιεν. Ομολογουμένως, ο συνδυασμός ενός ασθενέστερου νομίσματος, των αυξανόμενων αποδόσεων των μακροπρόθεσμων ομολόγων και ενός πρωθυπουργού με ένστικτα υπέρ των δημοσιονομικών κινήτρων, εγείρει δυσάρεστες συγκρίσεις με τη Λιζ Τρας του Ηνωμένου Βασιλείου. Όμως, η δημοσιονομική θέση της χώρας, κατά την άποψη της Capital Economics, δεν είναι τόσο κακή. Και, παρά τις ακανόνιστες κινήσεις που έχουν σημειώσει τα ιαπωνικά ομόλογα (οι οποίες σε κάθε περίπτωση, ο οίκος δεν πιστεύει ότι αφορούν κυρίως δημοσιονομικούς κινδύνους), οι κινήσεις του γεν έχουν στην πραγματικότητα εξηγηθεί αρκετά καλά από τις μετατοπίσεις των σχετικών αποδόσεων στο μπροστινό άκρο της καμπύλης αποδόσεων, εκτός των περιόδων παρέμβασης στο συναλλαγματικό ισοζύγιο.
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι οι αποδόσεις των βραχυπρόθεσμων ομολόγων εξακολουθούν αναμφισβήτητα να υποδεικνύουν ένα νόμισμα που “θα έπρεπε” να είναι πολύ πιο αδύναμο και ίσως πάνω από το επίπεδο του 160 έναντι του αμερικάνικου δολαρίου, το φαινομενικό όριο που έθεσαν οι αρχές της Ιαπωνίας. Εάν μια συμφωνία για τον πόλεμο στο Ιράν δεν δώσει στο γεν κάποια διαρκή ανακούφιση, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα υπάρξει περαιτέρω παρέμβαση, εκτιμά η Capital Economics.
Το story της εβδομάδας
Ράλι ανακούφισης σε συγκεκριμλενα assets αναμένει και ο παγκόσμιος χρηματοοικονομικός συμβουλευτικός κολοσσός deVere Group με μια συμφωνία για το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ καθώς θα οδηγήσει σε απότομη υποχώρηση των φόβων για τον πληθωρισμό που οφείλονται στο πετρέλαιο.
Οι αγορές ομολόγων αναμένεται να έχουν κεντρικό ρόλο στην αντίδραση, μετά από το βίαιο sell-off που ώθησε τις αποδόσεις απότομα υψηλότερα τις τελευταίες εβδομάδες. Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου αυξήθηκε στο 4,7% αυτόν τον μήνα, μεταξύ των υψηλότερων επιπέδων από τις αρχές του 2025, ενώ η απόδοση του 30ετούς ομολόγου κινήθηκε πάνω από το 5%, επίπεδα που δεν έχουν παρατηρηθεί από τότε που η παγκόσμια πληθωριστική κρίση υποχώρησε.
“Οι αγορές ομολόγων έχουν προβλέψει έναν επικίνδυνο συνδυασμό υψηλότερου πληθωρισμού, αυξημένων τιμών πετρελαίου και γεωπολιτικής αστάθειας. Οι επενδυτές φοβόντουσαν ότι η κρίση των Στενών του Ορμούζ θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα διαρκές πληθωριστικό σοκ σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία”, σημειώνει ο οίκος.
Το αργό πετρέλαιο Brent σημείωσε απότομη άνοδο κατά τη διάρκεια της πρόσφατης αστάθειας, με τους αναλυτές να προειδοποιούν ότι οι τιμές θα μπορούσαν να σκαρφαλώσουν στα 120 – 140 δολάρια εάν η αναστάτωση συνεχιστεί καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού.
“Μια αξιόπιστη συμφωνία για το άνοιγμα των Στενών θα αλλάξει γρήγορα την ψυχολογία της αγοράς, επειδή ένα τεράστιο γεωπολιτικό ασφάλιστρο έχει ενσωματωθεί στις τιμές της ενέργειας”, σημειώνει η deVere. “Εάν το πετρέλαιο υποχωρήσει απότομα, οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό μειώνονται παράλληλα και οι αγορές ομολόγων είναι πιθανό να σημειώσουν ισχυρή άνοδο. Οι χαμηλότερες αποδόσεις θα μπορούσαν να γίνουν ένα από τα μεγαλύτερα stories της εβδομάδας, επειδή οι πρόσφατες κινήσεις στις αγορές κρατικού χρέους ήταν ακραίες”, προσθέτει.
Και αγορές μετοχών αναμένεται επίσης να αντιδράσουν έντονα, αν και κάποια κλάδοι θα επωφεληθούν σαφώς περισσότερο. “Η πτώση των αποδόσεων σε συνδυασμό με τις χαμηλότερες τιμές ενέργειας δημιουργούν ένα ιδιαίτερα υποστηρικτικό υπόβαθρο για τις μετοχές”, τονίζει ο οίκος. Οι μετοχές τεχνολογίας, ειδικότερα, είναι πιθανό να ωφεληθούν, επειδή οι χαμηλότερες αποδόσεις ομολόγων βελτιώνουν τις αποτιμήσεις για τις αναπτυσσόμενες εταιρείες. Ο κλάδος της βιομηχανίας, οι αεροπορικές εταιρείες, οι εταιρείες μεταφορών και οι τομείς που επικεντρώνονται στον καταναλωτή θα μπορούσαν όλοι να σημειώσουν απότομη άνοδο εάν οι επενδυτές καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι οι κίνδυνοι ενεργειακής αναστάτωσης εξασθενούν”.
Οι αγορές συναλλάγματος αναμένεται να μετατοπιστούν ραγδαία καθώς η αμυντική τοποθέτηση χαλαρώνει. “Το δολάριο ΗΠΑ ενισχύθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης επειδή οι επενδυτές έσπευσαν προς την ασφάλεια”. Ένα σενάριο αποκλιμάκωσης πιθανότατα υποστηρίζει την ανανεωμένη όρεξη για νομίσματα ευαίσθητα στον κίνδυνο, όπως το ευρώ, η λίρα, το δολάριο Αυστραλίας και πολλά νομίσματα αναδυόμενων αγορών, εκτιμά η deVere.
Ο χρυσός, ωστόσο, ενδέχεται να παρουσιάσει βραχυπρόθεσμη αδυναμία. “Εάν οι αποδόσεις των ομολόγων μειωθούν σημαντικά και οι επενδυτές στραφούν ξανά προς τα περιουσιακά στοιχεία υψηλού κινδύνου, ένα μέρος του κεφαλαίου είναι πιθανό να απομακρυνθεί από τον χρυσό βραχυπρόθεσμα”.
Οι τελευταίες εβδομάδες κυριαρχούνταν από τον φόβο ότι ένα ακόμη κύμα πληθωρισμού αναπτύσσεται στις αγορές ενέργειας. “Εάν η διπλωματία κερδίσει έδαφος, οι επενδυτές θα μπορούσαν να δουν ένα ισχυρό ράλι ανακούφισης να επεκτείνεται γρήγορα σε ομόλογα, και μετοχές”, καταλήγει ο οίκος.

