Της Ξανθής Γούναρη
Λένε ότι οι γάτες έχουν επτά ζωές. Κάπως έτσι μοιάζει και η διαδρομή ορισμένων επιχειρηματιών, με την οικογένεια Μαρινόπουλου να αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Έχοντας χάσει τα πιο εμβληματικά τους assets, εξακολουθούν να διατηρούν παρουσία στο εγχώριο retail, έστω και περιορισμένη. Από χθες όμως, το αποτύπωμα αυτό συρρικνώνεται ακόμη περισσότερο. Μετά από 24 χρόνια η Starbucks σε Ελλάδα και Κύπρο πέρασε στον αποκλειστικό έλεγχο του Κουβετιανού ομίλου Alshaya, αφήνοντας στην οικογένεια μόνο τα καταστήματα ένδυσης GAP ως το τελευταίο οργανωμένο “οχυρό”.
Η συμφωνία και το timing
Ήταν Φεβρουάριος του 2002 όταν ο Πάνος Μαρινόπουλος, γνωστός ως “Πανάρας”, ο οποίος έφυγε από τη ζωή τον Νοέμβριο του 2025, ανακοίνωνε με περισσή υπερηφάνεια μια συμφωνία που επρόκειτο να αλλάξει την κουλτούρα καφέ στην Ελλάδα. Η οικογένεια με την πολυσχιδή επιχειρηματική δραστηριότητα -από τα σούπερ μάρκετ και τα φάρμακα ως την ένδυση και τα καλλυντικά- είχε πάρει τα δικαιώματα ανάπτυξης της Starbucks στην Ελλάδα.
“Η Starbucks είναι το brand με το υψηλότερο δυναμικό στον κλάδο του specialty coffee”, είχε δηλώσει τότε το μέλος του ΔΣ της Marinopoulos Brothers, επικαλούμενος την εμπειρία της εταιρείας από συνεργασίες με Carrefour, Sephora και Marks and Spencer.
Από την πλευρά της Starbucks, ο Peter Maslen, τότε πρόεδρος της Starbucks Coffee International, είχε χαρακτηρίσει την Ελλάδα “έναν από τους σημαντικότερους στρατηγικούς αγορές στην ηπειρωτική Ευρώπη”. Και δεν ήταν απλώς από ευγένεια. Η επιλογή του timing είχε συγκεκριμένη λογική. Η αλυσίδα ήθελε ισχυρή παρουσία στην Αθήνα που επρόκειτο να υποδεχθεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, διαβλέποντας ότι εκατομμύρια επισκέπτες από όλο τον κόσμο θα ερχόταν σε επαφή με το σήμα που εκείνη την εποχή βρισκόταν σε τροχιά παγκόσμιας ανάπτυξης, διαθέτοντας μόλις 5.886 καταστήματα, έναντι των 40.990 που αριθμεί σήμερα σε 90 χώρες.
Από τον πεζόδρομο της Κοραή στα 70 καταστήματα
Το πρώτο ελληνικό Starbucks άνοιξε τον Σεπτέμβριο του 2002 στον πεζόδρομο της Κοραή, στο ακίνητο που φιλοξενούσε το ιστορικό ζαχαροπλαστείο Φλόκα. Όμως η κοινοπραξία της Starbucks Coffee International με την Marinopoulos Brothers SA δεν περιορίστηκε στην Ελλάδα, καθώς η συμφωνία αφορούσε και τα Βαλκάνια, την Κύπρο, την Ελβετία και την Αυστρία, με την οικογένεια Μαρινόπουλου να αναλαμβάνει φιλόδοξους στόχους ανάπτυξης απέναντι στη μητρική.
Στα πρώτα χρόνια ο ανταγωνισμός ήταν σχεδόν ανύπαρκτος. Η αλυσίδα Flocafe ήταν η μοναδική οργανωμένη αλυσίδα με αξιώσεις και η επέκταση του αμερικανικού brand ήταν ταχύτατη. Μέχρι το 2008 τα καταστήματα Starbucks στην Ελλάδα είχαν αγγίξει τα 70, με παρουσία σε πολλές πόλεις της χώρας αλλά και άνοιγμα στην Κύπρο, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Ήταν η κορύφωση και ταυτόχρονα η αρχή του τέλους. Αμέσως μετά, ακόμη πριν φανούν στο πλήρες εύρος τους οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης, η εταιρεία άρχισε να συρρικνώνεται.
Η σταδιακή αποδυνάμωση
Τα επόμενα χρόνια αποδείχθηκαν ιδιαίτερα δύσκολα. Τα δικαιώματα για Ελβετία, Αυστρία και Βαλκάνια χάθηκαν από τον έλεγχο της οικογένειας στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, με τη Starbucks να εξαγοράζει το ποσοστό που κατείχε στη Starbucks-Marinopoulos Holdings B.V. η Marinopoulos Holding SARL. Η επισημοποίηση του “διαζυγίου” ήρθε στα τέλη Δεκεμβρίου του 2012, με την Επιτροπή Ανταγωνισμού να εγκρίνει την απόκτηση αποκλειστικού ελέγχου επί της “Μαρινόπουλος Εταιρεία Καφέ” από την “Marinopoulos Holding SARL” με έδρα το Λουξεμβούργο, μετά την αποχώρηση της Starbucks Coffee International από το μετοχικό σχήμα.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2016, ήρθε το μεγάλο κραχ του ομίλου Μαρινόπουλου στο λιανεμπόριο τροφίμων, μια κατάρρευση που οδήγησε σε σύνθετο σχέδιο εξυγίανσης με τον όμιλο Σκλαβενίτη να αναλαμβάνει το ενεργητικό. Από εκείνη τη μεταβίβαση εξαιρέθηκε ρητά η “Μαρινόπουλος Εταιρεία Καφέ”, η οποία πέρασε στον έλεγχο της “Αφοί Μαρινόπουλοι Συμμετοχών και Διοίκησης Επιχειρήσεων Α.Ε.” και εξακολούθησε να λειτουργεί αυτόνομα.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η εταιρεία έφτασε ουκ ολίγες φορές στο παρά πέντε να χάσει και τα δικαιώματα για Ελλάδα και Κύπρο, με το χρόνιο βάρος των μη εξυπηρετούμενων δανείων να κάνει τη θέση της ιδιαίτερα ευάλωτη απέναντι στις τράπεζες. Κι όμως, κάθε φορά βρισκόταν διέξοδος. Η πιο καθοριστική ήρθε το 2023, με την ανανέωση της σύμβασης δικαιόχρησης για άλλα δέκα χρόνια έως το 2033, μια ψήφος εμπιστοσύνης από τους Αμερικανούς, που, όπως αποδεικνύεται σήμερα, ήταν ίσως και η τελευταία χάρη που έκαναν στην οικογένεια Μαρινόπουλου.
Τέλος εποχής
Χθες γράφτηκε ο επίλογος. Ο όμιλος Alshaya, οικογενειακή επιχείρηση που ιδρύθηκε το 1890, με παρουσία σε 13 χώρες, περισσότερα από 3.500 καταστήματα και άνω των 50.000 εργαζομένων, διαχειριζόμενος πάνω από 50 διεθνή brands όπως Starbucks, H&M, Foot Locker, Victoria’s Secret, Shake Shack, Primark και Chipotle, ανακοίνωσε την απόκτηση των δικαιωμάτων λειτουργίας των Starbucks σε Ελλάδα και Κύπρο, αναλαμβάνοντας ως νέος αποκλειστικός ιδιοκτήτης και διαχειριστής. Ο Κουβετιανός όμιλος είναι ήδη ο μεγαλύτερος αδειοδοτημένος συνεργάτης της Starbucks παγκοσμίως, λειτουργώντας πάνω από 2.000 καταστήματα της αλυσίδας σε 13 χώρες.
Η νέα λειτουργική οντότητα για την Ελλάδα θα φέρει την επωνυμία “Alshaya Hellas SMSA”, ενώ στην Κύπρο θα λειτουργεί ως “Murgab Cyprus Ltd”. Επικεφαλής ορίζεται η Jacqueline Delpippo ως Business Manager Starbucks Ελλάδας & Κύπρου στον όμιλο Alshaya, με άμεση προτεραιότητα την ομαλή μετάβαση και την απρόσκοπτη εξυπηρέτηση των πελατών. Ο Γιάννης Μαρινόπουλος, που κατείχε τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου, επιστρέφει στην οικογενειακή επιχείρηση.
“Ανυπομονούμε να συνεργαστούμε με τον Όμιλο Alshaya, ώστε να φέρουμε τα Starbucks σε ακόμη περισσότερους λάτρεις του καφέ σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Όμιλο Μαρινόπουλου για τη μακροχρόνια και επιτυχημένη συνεργασία των τελευταίων 24 ετών”, δήλωσε ο Duncan Moir, πρόεδρος της Starbucks EMEA, επισημαίνοντας ότι ο Alshaya “διαθέτει τα εχέγγυα για να ενισχύσει περαιτέρω την εμπειρία Starbucks στην περιοχή και να την οδηγήσει σε νέες επιτυχίες”.
Τα νούμερα μιας πολύχρονης αντίφασης
Τα νούμερα της επιχείρησης -λειτουργικά βιώσιμης αλλά χρηματοοικονομικά εξαντλημένης- εξηγούν από μόνα τους γιατί η αλλαγή χεριών ήταν θέμα χρόνου.
Σε 22 εταιρικές χρήσεις, η εταιρεία κατέγραψε καθαρά κέρδη μόνο το 2018 και το 2023, με τις συσσωρευμένες ζημίες να διαμορφώνονται στις 31 Δεκεμβρίου 2024 στα 74,532 εκατ. ευρώ.
Για τη χρήση 2024 ειδικότερα, ο κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε σε 26,425 εκατ. ευρώ (+2,5%), με μεικτό περιθώριο 71,1%, ένδειξη λειτουργικής αποτελεσματικότητας. Το EBITDA παρέμεινε θετικό στα 6,325 εκατ. ευρώ, ωστόσο τα χρηματοοικονομικά έξοδα ύψους 4,004 εκατ. ευρώ -κυρίως κεφαλαιοποιημένοι μη εξυπηρετούμενοι τόκοι- οδήγησαν σε καθαρές ζημίες 795 χιλ. ευρώ, έναντι κερδών 430 χιλ. ευρώ το 2023. Ο συνολικός δανεισμός ανήλθε σε 31,789 εκατ. ευρώ, αποκλειστικά βραχυπρόθεσμος, με πραγματικό επιτόκιο 11,8%. Η καθαρή θέση παρέμεινε βαθιά αρνητική στα -36,312 εκατ. ευρώ, ενώ το κυκλοφορούν ενεργητικό υπολειπόταν των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων κατά 43 εκατ. ευρώ.
Πλέον το δίκτυο των 30 καταστημάτων στην Ελλάδα και 18 στην Κύπρο, με 500 περίπου εργαζομένους συνολικά, περνά στον όμιλο Alshaya, με τη διοίκηση να υποστηρίζει ότι θα επικεντρωθεί στην περαιτέρω αναβάθμιση της εμπειρίας πελάτη, εξετάζοντας παράλληλα ευκαιρίες για περαιτέρω ανάπτυξη στην περιοχή.

