© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Την ανάγκη σύναψης ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου, που θα διασφαλίζει στις εθνικές αγορές τη δικαιότερη κατανομή των οφελών από την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, επισημαίνει ο διεθνούς φήμης καθηγητής του MIT, Κωνσταντίνος Δασκαλάκης, σε αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στη «Ναυτεμπορική».
Αναφερόμενος ειδικότερα στην Ελλάδα, τονίζει ότι η χώρα έχει την ευκαιρία να υλοποιήσει μια μεγάλης κλίμακας, φιλόδοξη επένδυση, που θα στοχεύσει στη δημιουργία ενός Εθνικού Κέντρου Τεχνητής Νοημοσύνης, για τη διασύνδεση της έρευνας και της καινοτομίας με την επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις.
Μάλιστα, εκτιμά ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να αποκτήσει υπό προϋποθέσεις τη δική της «Silicon Valley», ακόμη και στην Αθήνα, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι για τη χώρα αποτελεί κρίσιμη πρόκληση η δημιουργία «sandboxes» – ελεγχόμενα περιβάλλοντα, στα οποία καινοτόμα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης θα αναπτύσσονται και θα δοκιμάζονται υπό την εποπτεία των αρμόδιων αρχών.
Όπως επισημαίνει, η συγκέντρωση, διεθνώς, πλούτου και οικονομικής ισχύος οξύνει τις ανισότητες, ιδιαίτερα μετά τη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, διαβρώνοντας την κοινωνική συνοχή. Κατά τον ίδιο, η προσπάθεια των κρατών να μετριάσουν αυτές τις ανισότητες μέσω επιδοτήσεων, κοινωνικών μεταβιβάσεων και δημόσιου δανεισμού, στηρίζοντας τα νοικοκυριά απέναντι στο αυξημένο κόστος ζωής, συνιστά πολιτική που δεν μπορεί να είναι βιώσιμη επ’ αόριστον, καθώς μεταθέτει το πρόβλημα στο μέλλον.
Προειδοποιεί, μάλιστα, ότι η διεύρυνση των ανισοτήτων είναι πιθανόν να προκαλέσει έντονες κοινωνικές και θεσμικές αντιδράσεις, ενώ τονίζει ότι η ορθή αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης είναι καθοριστική, καθώς σε διαφορετική περίπτωση ενδέχεται να υπάρξουν σοβαρές επιπτώσεις στη δημοκρατία και την ψυχική υγεία, με αύξηση της πόλωσης και του εθισμού των χρηστών.
Σύμφωνα με τον κ. Κ. Δασκαλάκη, ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν βρίσκεται στην ίδια την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά στο ποιοι την εκπαιδεύουν, ποιοι τη χρησιμοποιούν και με ποιον τρόπο. Υπό αυτή την έννοια, όπως σημειώνει, το ζήτημα είναι ταυτόχρονα πολιτικό και γεωπολιτικό. Προειδοποιεί, δε, ότι, χωρίς ένα σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο και ευέλικτη εφαρμογή του, η βιομηχανία είναι πιθανό να συνεχίσει να διευρύνει διαρκώς τα όρια χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης.
Αναφερόμενος στον τεχνολογικό ανταγωνισμό μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, εξηγεί τι σημαίνει για τις Ηνωμένες Πολιτείες η ανάπτυξη «κλειστών μοντέλων» τεχνητής νοημοσύνης και τι για την Κίνα η αρχιτεκτονική διατήρησης «ανοιχτών μοντέλων».
Ο κ. Κ. Δασκαλάκης σχολιάζει, τέλος, το πώς θα αντιλαμβάνονταν την Τ.Ν. ο Περικλής, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, ενώ, απευθυνόμενος στους νέους, τους προτρέπει να είναι πάντα δημιουργικοί, να επιδιώκουν τη βαθιά κατανόηση ενός αντικειμένου, να έχουν την ικανότητα να συνεργάζονται και να επικοινωνούν, αλλά και την αίσθηση ευθύνης για όσα δημιουργούν.
![]()
Ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης με τον διευθυντή της Ναυτεμπορικής, Πλάτωνα Τσούλο.
Όλη η συνέντευξη
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης, που παραχώρησε σε μια από τις κεντρικές αίθουσες του Νομισματικού Μουσείου Αθηνών.
Κύριε Δασκαλάκη, θα ήθελα να αρχίσουμε τη συζήτηση με ένα ερώτημα που θεωρώ ότι μας προβληματίζει όλους. Η τεχνητή νοημοσύνη (Τ.Ν.) είναι πιθανό να αμφισβητήσει, στο μέλλον, το προνόμιο που έχει ο άνθρωπος να είναι το μοναδικό ον, η μόνη οντότητα στον πλανήτη που αποφασίζει;
«Ο άνθρωπος ήδη έχει χάσει αυτό το προνόμιο, καθώς οι αλγόριθμοι παίρνουν σημαντικές αποφάσεις στα μοντέρνα τεχνολογικά συστήματα. Ο άνθρωπος είναι, βέβαια, ο δημιουργός των αλγόριθμων και καθορίζει ποια θα είναι η χρήση τους. Επομένως, είναι και ο τελικός υπεύθυνος για τα αποτελέσματα. Μία από τις πιο καθοριστικές αποφάσεις που λαμβάνουν οι αλγόριθμοι είναι το πώς ιεραρχείται το περιεχόμενο στο Ίντερνετ. Οι αλγόριθμοι επιλέγουν τι αναρτήσεις διαβάζουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ποιες ειδήσεις απαντούμε στις ενημερωτικές πλατφόρμες, ποιες ταινίες μάς προτείνει το Netflix και αντίστοιχες εφαρμογές, πώς κατατάσσονται οι ιστοσελίδες από τις μηχανές αναζήτησης ή τι διαφημίσεις βλέπουμε. Οι αποφάσεις αυτές είναι καθοριστικές στην πολιτική και οικονομική μας συμπεριφορά, στην ψυχολογία μας, ακόμα και στο πώς αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξή μας. Και είναι αποδεδειγμένες οι αρνητικές συνέπειες που μπορεί να έχει η χρήση αυτών των αλγόριθμων στη δημοκρατία και στην ψυχολογία μας, καθώς αυξάνουν την πόλωση και τον εθισμό των χρηστών.
Όπως και να έχει, οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αλγόριθμοι είναι, προς το παρόν, σε συγκεκριμένες εφαρμογές και κάτω από καλώς ορισμένα πλαίσια. Στο μέλλον που έχει αρχίσει να διαφαίνεται, όμως, με την έλευση των καινούργιων δυνατοτήτων της Τ.Ν., οι αλγόριθμοι θα παίρνουν πιο εκτεταμένες αποφάσεις, μπαίνοντας σε πεδία που μέχρι πρότινος μονοπωλούσε ο άνθρωπος. Αν το σκεφτείτε, ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι η καλύτερη απόδειξη ότι οι υπολογιστές μπορεί να γίνουν αντάξιοι του ανθρώπου, γιατί ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι στην ουσία του ένα υπολογιστικό όργανο. Χρησιμοποιεί νευρώνες αντί για τρανζίστορ και σχεδιάστηκε από την εξέλιξη, αντί από τον άνθρωπο. Όμως, είναι ένας ‘‘in vivo’’ υπολογιστής, που κάνει θαυμαστούς υπολογισμούς. Εκτός από την ικανότητά του να επεξεργάζεται τα σήματα που λαμβάνει από τον κόσμο γύρω του, αποφασίζει να πειραματιστεί, για να ανακαλύψει σχέσεις αιτιότητας. Καταστρώνει σχέδια για να πετύχει τους σκοπούς του. Μεταφέρει γνώση από γνωστικές ικανότητες που έχει κατακτήσει, όπως το πώς να κάνει πατίνι, σε καινούργιες δεξιότητες, όπως το πώς να κάνει ποδήλατο χωρίς εκτενή εκπαίδευση στην καινούργια δεξιότητα, κάτι από το οποίο πάσχουν οι υπάρχουσες τεχνολογίες Τ.Ν. Χρησιμοποιεί τη γλώσσα, επικοινωνεί με τους άλλους ανθρώπους και τα ζώα, έχει ενσυναίσθηση και έχει την αίσθηση του «ανήκειν». Για να φτάσουμε σε Τ.Ν. αντάξια του ανθρώπινου εγκεφάλου, θεωρώ ότι πρέπει να αλλάξει η αρχιτεκτονική της και να γίνει ενσώματη. Να μη ζει σε ένα τερματικό μαθαίνοντας για τον κόσμο από την περιγραφή του, όπως αυτή αποτυπώνεται στο Ίντερνετ και στην υπόλοιπη ψηφιοποιημένη γνώση, αλλά να έχει φυσική υπόσταση, να πειραματίζεται και να είναι μέρος ενός συνόλου».
Στην υπάρχουσα μορφή της Τ.Ν., ποιος έχει την εξουσία να εισάγει πληροφορίες στο σύστημα και επί της ουσίας να ελέγχει εν μέρει το αποτέλεσμα;
«Η επιλογή και η ιεράρχηση των πληροφοριών που χρησιμοποιούνται για την εκπαίδευση ενός συστήματος Τ.Ν. είναι κρίσιμες για τις δεξιότητες και τις αντιλήψεις που αυτό θα αναπτύξει. Όπως τα ερεθίσματα από το σπίτι, το σχολείο και την κοινωνία διαμορφώνουν ένα παιδί, έτσι και τα δεδομένα και η διαδικασία εκπαίδευσης διαμορφώνουν ένα σύστημα Τ.Ν. Ο εκπαιδευτής λειτουργεί, κατά κάποιον τρόπο, όπως ο επιμελητής ενός μουσείου: επιλέγει και παρουσιάζει υλικό, επηρεάζοντας το ‘‘μοντέλο του κόσμου’’ που θα ενσωματωθεί στο σύστημα. Ακόμη και με τις καλύτερες προθέσεις, αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο. Τα σύγχρονα συστήματα Τ.Ν. εκπαιδεύονται σε τεράστιους όγκους ψηφιακού υλικού που αποτυπώνουν μεγάλο μέρος της ανθρώπινης γνώσης. Η επιμέλειά του είναι σχεδόν αδύνατη, καθώς συνυπάρχουν υλικό υψηλής ποιότητας, όπως ένα μυθιστόρημα του Καζαντζάκη, και χαμηλής ποιότητας, όπως ανορθόγραφα σχόλια από μποτ. Επίσης, δεν αντιπροσωπεύονται ισότιμα όλες οι απόψεις, οι γλώσσες και οι πολιτισμοί. Ο αγγλοσαξονικός πολιτισμός έχει ισχυρό ψηφιακό αποτύπωμα, ο ελληνικός μικρότερο και μικρές γλώσσες ή διάλεκτοι ακόμη πιο περιορισμένο. Σε αυτόν τον όγκο πολυποίκιλων δεδομένων, είναι σχεδόν αδύνατο να γίνει καλή ιεράρχηση και επιμέλεια υλικού, ώστε να μην εξαφανιστούν οι ‘‘μικρές φωνές’’. Και στην εποχή της παραγωγικής Τ.Ν. το πρόβλημα εντείνεται, γιατί οι αλγόριθμοι παράγουν μαζικά βίντεο, εικόνες και κείμενα που αναμειγνύονται με την ανθρώπινη παραγωγή. Ωστόσο, οι αλγόριθμοι παράγουν υλικό τόσο γρήγορα, που μπορεί να κατακλύσει το ανθρώπινο και να εξαφανίσει το ήδη μικρό αποτύπωμα που έχουν οι μικρότερες φωνές».
Καλώς φοβόμαστε την επιθετική εξέλιξη αυτού του μοντέλου για την ανθρωπότητα;
«Πρέπει να είμαστε συνειδητοποιημένοι για τους κινδύνους που εγκυμονεί η χρήση της T.N. Ωστόσο, ο άνθρωπος είναι ο δημιουργός αυτής της τεχνολογίας και αυτός που τελικά θα καθορίσει ποια θα είναι η χρήση της. Γι’ αυτό και νομίζω ότι πρέπει να σκεφτόμαστε για αυτούς τους κινδύνους υπό το πρίσμα του στίχου του Σοφοκλή ‘‘πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει’’. Υπάρχουν πολλά πράγματα στον κόσμο που προκαλούν ταυτόχρονα θαυμασμό και δέος, αλλά τίποτε δεν είναι τόσο θαυμαστό και φοβερό όσο ο άνθρωπος. Ο κίνδυνος από την Τ.Ν. εξαρτάται κυρίως από το ποιοι την εκπαιδεύουν, ποιοι τη χρησιμοποιούν και με ποιον τρόπο. Είναι, επομένως, ζήτημα πολιτικό και γεωπολιτικό».
Η χρήση κάθε νέας τεχνολογίας απαιτεί ρύθμιση και, στην προκειμένη περίπτωση, η τεχνολογία εξελίσσεται με τέτοια ταχύτητα που ο νομοθέτης αδυνατεί να την προλάβει.
«Το είδαμε ήδη με την επανάσταση του Διαδικτύου. Ενώ έχουν περάσει πάνω από τρεις δεκαετίες μετά την είσοδό του στη ζωή μας, ο νομοθέτης εξακολουθεί να πασχίζει να αντιμετωπίσει τα μονοπώλια, την πόλωση και τον εθισμό που προκαλούν οι αλγόριθμοι που ιεραρχούν περιεχόμενο στις πλατφόρμες, την αρνητική επίδραση που έχουν αυτοί στην ψυχολογία μας και ιδιαίτερα σε αυτήν της νέας γενιάς, και την καταπάτηση της πνευματικής ιδιοκτησίας από τα νέα συστήματα παραγωγικής T.N. Στο άμεσο μέλλον, θα προκύψουν μεγάλα ζητήματα σχετικά με τις προϋποθέσεις χρήσης της Τ.Ν. και, χωρίς σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο και ευκίνητη εφαρμογή του, η βιομηχανία θα συνεχίσει να σπρώχνει τα όρια».
Να υποθέσουμε ότι η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας μπορεί να οδηγήσει και σε μεγαλύτερη συγκέντρωση του πλούτου;
«Τα μονοπώλια του Διαδικτύου είναι ήδη εδραιωμένα και τώρα βλέπουμε να διαμορφώνονται εκείνα της Τ.Ν.: τόσο μεταξύ των εταιρειών που αναπτύσσουν προηγμένα μοντέλα, όπως το ChatGPT και το Claude, όσο και μεταξύ αυτών που κατασκευάζουν τα τσιπ στα οποία αυτά εκπαιδεύονται και λειτουργούν. Οι μονοπωλιακές τάσεις οφείλονται στις τεράστιες απαιτήσεις της τεχνολογίας. Για την εκπαίδευση και το σερβίρισμα προηγμένων μοντέλων Τ.Ν., απαιτούνται ασύλληπτου μεγέθους αρχιτεκτονικές, ασύλληπτου όγκου δεδομένα και ασύλληπτης ικανότητας υπερυπολογιστές. Εταιρείες όπως η OpenAI και η Anthropic είχαν αρκετά επενδυτικά κεφάλαια για να εξασφαλίσουν αυτούς τους υπολογιστικούς πόρους και το ανθρώπινο δυναμικό που είναι σε θέση να τους εκμεταλλευτεί, για να εκπαιδεύσει αυτά τα μοντέλα. Από την άλλη, εταιρείες όπως η Nvidia βρέθηκαν να μονοπωλούν την παραγωγή των τσιπ που είναι απαραίτητα. Καθώς όλο και περισσότερες επιχειρήσεις και οργανισμοί ενσωματώνουν την T.N. στις παραγωγικές τους διαδικασίες, αυξάνεται η εξάρτησή τους από έναν μικρό αριθμό εταιρειών που παρέχουν είτε τα ίδια τα μοντέλα είτε την υπολογιστική υποδομή πάνω στην οποία αυτά λειτουργούν. Οι εταιρείες αυτές αποτελούν σημεία συμφόρησης (bottlenecks) στην αλυσίδα αξίας της Τ.Ν. και, ακριβώς λόγω αυτής της θέσης, έχουν τη δυνατότητα να αποσπούν ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο της αξίας που δημιουργείται σε ολόκληρη την οικονομία. Αν δεν αλλάξει αυτό, για παράδειγμα, αν δεν επικρατήσουν ισχυρά ανοικτά μοντέλα, oι μονοπωλιακές τάσεις είναι πιθανό να ενισχυθούν».
Η μονοπωλιακή χρήση της Τ.Ν. δεν προκαλεί και γεωπολιτικά ζητήματα;
«Προφανώς. Αν, ας πούμε, μια ευρωπαϊκή εταιρεία βελτιστοποιήσει τις παραγωγικές της διαδικασίες με τη χρήση της Τ.Ν. και κάπου στην αλυσίδα παραγωγής της κάνει χρήση των μοντέλων της Anthropic ή της OpenAI, τότε ποιο θεσμικό πλαίσιο θα εγγυηθεί την απρόσκοπτη και ανεμπόδιστη πρόσβαση στα εν λόγω μοντέλα; Πρόκειται για μια δύσκολη γεωπολιτική συνθήκη και δεν νομίζω ότι η Ευρώπη μπορεί να αποφύγει την ανάπτυξη δικών της μοντέλων αιχμής».
Στα επόμενα χρόνια, θα μπορούσαμε να δούμε ήδη ισχυρές εταιρείες να αποκτούν μεγαλύτερη επιρροή ακόμη και από ορισμένες κυβερνήσεις;
«Είναι ζήτημα ισορροπιών. Οι επιχειρήσεις με δεσπόζουσα θέση έχουν ισχυρό κίνητρο να διευρύνουν την οικονομική και πολιτική επιρροή τους, ασκώντας πίεση στο πολιτικό σύστημα για τον περιορισμό της ρύθμισής τους και αξιοποιώντας τους νομικούς και οικονομικούς τους πόρους για να αμφισβητούν τις αποφάσεις των ρυθμιστικών αρχών. Παράλληλα, μπορούν να μεταφέρουν μεγαλύτερο μέρος του παραγόμενου εισοδήματός τους προς τους μετόχους, εις βάρος της εργασίας, και να αποσπούν αυξανόμενο μέρος του περιθωρίου κέρδους επιχειρήσεων που εξαρτώνται από την τεχνολογία ή τις υποδομές τους.
Η ισχύς αυτή, ωστόσο, δεν είναι απεριόριστη. Αν η συγκέντρωση πλούτου και οικονομικής εξουσίας οξύνει υπερβολικά τις ανισότητες, μπορεί να διαβρώσει την κοινωνική συνοχή, να ενισχύσει την πολιτική πόλωση και να προκαλέσει κοινωνικές ή θεσμικές αντιδράσεις. Τα κράτη μπορούν προσωρινά να μετριάζουν αυτές τις πιέσεις με επιδοτήσεις, κοινωνικές μεταβιβάσεις και δημόσιο δανεισμό, στηρίζοντας τα νοικοκυριά απέναντι στην άνοδο του κόστους ζωής. Ο δανεισμός, όμως, δεν μπορεί να υποκαθιστά επ’ αόριστον μια βιώσιμη κατανομή του εισοδήματος: όταν χρηματοδοτεί τις συνέπειες των ανισορροπιών χωρίς να αντιμετωπίζει τις αιτίες τους, μεταθέτει το κόστος στο μέλλον.
Γι’ αυτό χρειάζεται ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, που θα συνδυάζει την καινοτομία και τις επενδύσεις με ουσιαστικό ανταγωνισμό, αποτελεσματική ρύθμιση, ισχυρότερη θέση της εργασίας και δικαιότερη κατανομή των οφελών της ανάπτυξης».
Σήμερα, δύο ισχυρότατες υπερδυνάμεις μάχονται στον τομέα της Τ.Ν.: οι ΗΠΑ και η Κίνα. Ποια εκ των δύο θα αποκτήσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα; Οι ΗΠΑ που αναπτύσσονται με καπιταλιστικό σύστημα και φιλελεύθερο πολίτευμα ή η Κίνα που αναπτύσσεται επίσης με καπιταλιστικά χαρακτηριστικά αλλά υπό άλλο καθεστώς διακυβέρνησης;
«Ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην Τ.Ν. μπορεί να προκύψει από έναν συνδυασμό παραγόντων: ανθρώπινο δυναμικό, διαθεσιμότητα επενδυτικών κεφαλαίων, ετοιμότητα τις αγοράς να υιοθετήσει τις νέες τεχνολογίες, υπολογιστική ισχύς για την εκπαίδευση και το σερβίρισμα των μοντέλων, διαθεσιμότητα δεδομένων σε σημαντικούς τομείς εφαρμογής της Τ.Ν. και ένα σαφές και ευέλικτο ρυθμιστικό πλαίσιο χρήσης της. Τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Κίνα διαθέτουν πλεονεκτήματα σε αυτούς τους παράγοντες που είναι δύσκολο να ανταγωνιστούν άλλες χώρες. Οι ΗΠΑ επιχειρούν να περιορίζουν την πρόσβαση της Κίνας στα πιο προηγμένα τσιπ που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εκπαίδευση και το σερβίρισμα μοντέλων. Η πίεση αυτή, όμως, ενισχύει τα κίνητρα της Κίνας να αναπτύξει εγχώρια τσιπ και αποδοτικότερες μεθόδους εκπαίδευσης και σερβιρίσματος μοντέλων. Και τα κινεζικά μεγάλα γλωσσικά μοντέλα έχουν πλέον πλησιάσει σε απόδοση τα αμερικανικά. Σε αντίθεση, μάλιστα, με την OpenAI και την Anthropic, που διατηρούν κλειστά τα κορυφαία μοντέλα τους, πολλές κινεζικές εταιρείες κάνουν την αρχιτεκτονική των μοντέλων τους ανοιχτή. Και αυτή η στρατηγική μπορεί να ενισχύσει την παγκόσμια υιοθέτησή τους και να περιορίσει την εξάρτηση χρηστών και επιχειρήσεων από κλειστές αμερικανικές πλατφόρμες.
Προδιαγράφεται, επομένως, ένας ανταγωνισμός κυριαρχίας, στον οποίο θα εμπλακούν ενεργά και οι κυβερνήσεις. Η έκβασή του δεν θα κριθεί απλώς από τη διαφορά των πολιτευμάτων, αλλά από το ποια χώρα θα συνδυάσει αποτελεσματικότερα καινοτομία, επενδύσεις, υποδομές, λειτουργικό θεσμικό πλαίσιο και προσβασιμότητα στην τεχνολογία. Το κινεζιόο καθεστώς μπορεί να διευκολύνει τον κεντρικό συντονισμό, την ταχεία ανάπτυξη υποδομών και τη μεγάλης κλίμακας εφαρμογή τεχνολογιών. Ο κρατικός έλεγχος, η λογοκρισία και οι απαιτήσεις συμμόρφωσης, όμως, μπορεί να περιορίσουν την ελεύθερη ροή πληροφοριών και ορισμένες εφαρμογές. Οι ΗΠΑ, από την άλλη, δεν διαθέτουν ακόμη ενιαίο ομοσπονδιακό πλαίσιο για την Τ.Ν., αλλά ένα πλέγμα τομεακών κανόνων, πολιτειακών ρυθμίσεων και ομοσπονδιακών πολιτικών. Επιπλέον, η επιλογή των αμερικανικών εταιρειών να διατηρούν κλειστά τα μοντέλα τους μπορεί να περιορίσει τον ανταγωνισμό και να αφήσει χώρο στις κινεζικές εταιρείες να προσφέρουν εναλλακτικές».
Η Ευρώπη, ευρισκόμενη μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, μεταξύ δύο γιγάντων, τι καλείται να πράξει;
«Είναι υπαρξιακής σημασίας για την Ευρώπη να εισέλθει πιο δυναμικά στο πεδίο της Τ.Ν. Το 2024, θέσπισε το EU AI Act, ένα ρυθμιστικό πλαίσιο που θεωρώ ότι τέθηκε σε σωστή βάση και μπορεί να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών και των επιχειρήσεων για τη χρήση της Τ.Ν. Από την άλλη, η ρύθμιση από μόνη της δεν αρκεί ώστε η Ευρώπη να αποκτήσει ισχυρή θέση στον χάρτη των νέων τεχνολογιών. Απαιτούνται μεγάλης κλίμακας επενδύσεις στο ανθρώπινο δυναμικό, στην έρευνα, στην επιχειρηματικότητα και στις υπολογιστικές υποδομές. Θεωρώ ότι πρέπει να συγκεντρώσει μια κρίσιμη μάζα ανθρώπινου δυναμικού, ερευνητών, επιχειρηματιών και επενδυτών, δημιουργώντας μια δική της Silicon Valley στο Παρίσι, στις Βρυξέλλες ή -γιατί όχι;- και στην Αθήνα, αρκεί να γίνει αυτό με οργανωμένο και φιλόδοξο τρόπο. Απαιτούνται ακόμα μεγαλύτερες επενδύσεις σε υπολογιστικούς πόρους από αυτές που έχει κάνει, γι’ αυτό και ελπίζω το πρόγραμμα με τα ΑΙ Giga-Factories να προχωρήσει. Τέλος, η επενδυτική κουλτούρα στην Ευρώπη πρέπει να αποκτήσει κάποια από τα χαρακτηριστικά της Silicon Valley: μεγαλύτερη ανοχή στον κίνδυνο και στην αποτυχία, ταχύτερη κινητοποίηση κεφαλαίων και ισχυρότερη σύνδεση μεταξύ έρευνας, επιχειρηματικότητας και αγοράς».
Τι θα μπορούσε να αφυπνίσει τεχνολογικά την Ευρώπη;
«Καταλύτης μπορεί να είναι η θέσπιση φιλόδοξων πολιτικών τόσο σε κεντρικό ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και σε επίπεδο κρατών-μελών».
Είπατε ότι η Αθήνα θα μπορούσε να αποτελέσει τη Silicon Valley της Ευρώπης. Το γεγονός ωστόσο ότι ακόμη και σήμερα η χώρα λειτουργεί φοβικά για το θέμα των ιδιωτικών πανεπιστημίων τής στερεί αυτή τη δυνατότητα;
«Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν είναι αναγκαία συνθήκη για να αποκτήσει η Ελλάδα ισχυρή θέση στον χάρτη της Τ.Ν. Αυτό που χρειάζεται είναι μια μεγάλης κλίμακας, φιλόδοξη επένδυση: ένα Εθνικό Κέντρο Τεχνητής Νοημοσύνης που θα συνδέει οργανικά την έρευνα με την επιχειρηματικότητα. Ένα τέτοιο κέντρο θα μπορούσε να λειτουργεί ταυτόχρονα ως ερευνητικός φορέας παγκοσμίου επιπέδου και ως εκκολαπτήριο νεοφυών επιχειρήσεων. Θα έφερνε κοντά το εγχώριο επιστημονικό δυναμικό με τη διακεκριμένη ελληνική επιστημονική διασπορά και θα προσέφερε στις επιχειρήσεις πρόσβαση σε κορυφαίο επιστημονικό ταλέντο, επαρκείς υπολογιστικούς πόρους, δεδομένα και χρηματοδότηση. Θα συμβούλευε, επίσης, το κράτος για την αξιοποίηση της Τ.Ν. στον δημόσιο τομέα και στη βελτίωση των υπηρεσιών προς τους πολίτες, ενώ θα συνέβαλλε στον σχεδιασμό εκπαιδευτικών προγραμμάτων για σχολεία και πανεπιστήμια, την επανεκπαίδευση του εργατικού δυναμικού και την ευρύτερη διάχυση της τεχνολογίας στην οικονομία και την κοινωνία.
Αν θεωρούμε ότι η Τ.Ν. είναι υπαρξιακής σημασίας για την Ελλάδα, τότε δεν μπορούμε να παραμείνουμε ουραγοί των εξελίξεων. Πρέπει να επιδιώξουμε να μην είμαστε μόνο αγοραστές τεχνολογίας αλλά και δημιουργοί της. Ο λόγος είναι απλός: αν η Τ.Ν. οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας στις χώρες που την αναπτύσσουν και την υιοθετούν έγκαιρα, τότε όσες μείνουν εκτός αυτής της διαδικασίας θα χάνουν έδαφος με ολοένα και ταχύτερο ρυθμό. Όταν ανταγωνίζεσαι οικονομίες των οποίων η παραγωγικότητα αυξάνεται εκθετικά και δεν συμμετέχεις στην ίδια τεχνολογική δυναμική, δεν μένεις απλώς πίσω· κινδυνεύεις να καταστείς οικονομικά και παραγωγικά ασήμαντος. Η Ελλάδα δεν θα μπει στον χάρτη της Τ.Ν. διά μαγείας ή γιατί οι Βρυξέλλες όρισαν ένα συνονθύλευμα από χρηματοδοτικά προγράμματα τα οποία διεκδικήσαμε. Χρειάζεται οργανωμένο και φιλόδοξο σχέδιο».
Το ερευνητικό κέντρο «Αρχιμήδης» θα μπορούσε να αποτελέσει μια πρόγευση, έναν προθάλαμο προς αυτή την κατεύθυνση;
«Ναι. Ο ‘‘Αρχιμήδης’’ θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ο ερευνητικός πυρήνας ενός Εθνικού Κέντρου Τεχνητής Νοημοσύνης. Πρόκειται για ένα ερευνητικό κέντρο παγκοσμίου επιπέδου, που συνδέει το ταλέντο των ελληνικών ερευνητικών ιδρυμάτων με κορυφαίους επιστήμονες της διασποράς. Μέσα από κοινές επιβλέψεις διδακτορικών διατριβών σε ένα πυκνό ερευνητικό περιβάλλον, δίνει τη δυνατότητα σε νέους ερευνητές να κάνουν παγκόσμιας κλάσης έρευνα και να συνεργάζονται με κορυφαίους επιστήμονες και ιδρύματα του εξωτερικού. Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργούνται ουσιαστικές συνθήκες ερευνητικής καινοτομίας και διεθνούς συνεργασίας, ενώ προσφέρονται σε νέους επιστήμονες ισχυρότερα κίνητρα, για να παραμείνουν ή να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Παράλληλα, ο ‘‘Αρχιμήδης’’ επενδύει στη νέα γενιά, καλλιεργώντας με διάφορες πρωτοβουλίες, όπως η διοργάνωση του πανελλήνιου διαγωνισμού Τ.Ν., το ενδιαφέρον μαθητών λυκείου και προπτυχιακών φοιτητών για την Τ.Ν. Συμβουλεύει, επίσης, δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς για την εφαρμογή της Τ.Ν. στη βιομηχανία και την πολιτεία. Ιδρύσαμε τον ‘‘Αρχιμήδη’’ με την υποστήριξη της Επιτροπής ‘‘Ελλάδα 2021’’ και της κυβέρνησης και διεκδικήσαμε τη χρηματοδότησή μας από το Ταμείο Ανάκαμψης. Τα αποτελέσματα που πετύχαμε στα τριάμισι χρόνια λειτουργίας μας, ως τώρα, είναι πολλά υποσχόμενα για το τι θα μπορούσαμε να επιτύχουμε με πιο φιλόδοξο σχεδιασμό και χρηματοδότηση».
Η Ελλάδα έκανε, επίσης, σε ευρωπαϊκό επίπεδο ένα δυνατό βήμα με το AI Factory
«Με τον υπερυπολογιστή ‘‘Δαίδαλο’’ και το ΑΙ Factory ‘‘Φάρο’’, η Ελλάδα πράγματι κάνει ένα σημαντικό βήμα στη δημιουργία εγχώριων υπολογιστικών υποδομών, που θα βοηθήσουν ερευνητικά ιδρύματα, μικρομεσαίες και νεοφυείς επιχειρήσεις, και δημόσιους φορείς στην ανάπτυξη υπολογιστικά απαιτητικών εφαρμογών, όπως εφαρμογών Τ.Ν. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να στηθεί σωστά το μοντέλο πρόσβασης στους υπολογιστικούς πόρους και το πλαίσιο συγκέντρωσης και διακυβέρνησης της χρήσης δεδομένων σε στρατηγικούς τομείς όπου η Ελλάδα μπορεί να έχει συγκριτικά πλεονεκτήματα στην ανάπτυξη εφαρμογών Τ.Ν., όπως η ναυτιλία, ο πολιτισμός, η υγεία, το περιβάλλον και η ενέργεια».
Αυτό ακούγεται αδύνατο, δύσκολο ή απίθανο για μια χώρα όπως η Ελλάδα;
«Όχι, δεν είναι καθόλου απίθανο, αλλά απαιτεί στρατηγική. Χρειάζεται κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο, συντονισμό φορέων και κρίσιμη μάζα ποιοτικών και αξιοποιήσιμων δεδομένων. Η Ελλάδα δημιουργεί νομικό πλαίσιο για την αποτελεσματική εφαρμογή των υποχρεώσεων και των μηχανισμών που προβλέπει επί του θέματος το EU AI Act. Μια σημαντική πρόκληση είναι η δημιουργία ρυθμιστικών sandboxes – ελεγχόμενα περιβάλλοντα στα οποία καινοτόμα συστήματα Τ.Ν. μπορούν να αναπτύσσονται και να δοκιμάζονται υπό την εποπτεία των αρμόδιων αρχών, με σαφείς δικλίδες για τα δικαιώματα, την ασφάλεια και την προστασία των δεδομένων. Η Ειδική Γραμματεία Τεχνητής Νοημοσύνης και Διακυβέρνησης Δεδομένων ξεκίνησε πρόσφατα συνεργασία με τον ‘‘Αρχιμήδη’’ για την ανάπτυξη μεθοδολογίας ανάπτυξης ρυθμιστικών sandboxes».
Θα μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε το ευρωπαϊκό επιστημονικό και επιχειρηματικό ταλέντο στην Αθήνα;
«Θα ξεκινούσα από το ταλέντο της ελληνικής διασποράς. Το Εθνικό Κέντρο Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να δράσει ως καταλύτης σε αυτό».
Συζητάτε κάτι ανάλογο με την πολιτεία;
«Είναι ένας από τους πυλώνες του στρατηγικού σχεδίου για την Τ.Ν. στην Ελλάδα, μια κεντρική πρόταση της επιτροπής που συνέταξε αυτό το σχέδιο κάτω από την προεδρία μου».
![]()
Κωνσταντίνος Δασκαλάκης: Ο άνθρωπος ήδη έχει χάσει το προνόµιο να είναι το µοναδικό ον που αποφασίζει, καθώς οι αλγόριθµοι παίρνουν σηµαντικές αποφάσεις στα µοντέρνα τεχνολογικά συστήµατα/ Πηγή: Nαυτεμπορική
Αν είχαμε εδώ μπροστά μας τον Περικλή, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη και τους μιλούσαμε για την Τ.Ν., τι πιστεύετε ότι θα μας προέτρεπαν να προσέξουμε;
«Η αρχαία ελληνική σκέψη συνεχίζει να μας καθοδηγεί. Ο Πλάτωνας θα μας άνοιγε ίσως μια συζήτηση περί γνώσης, σημειώνοντας το παραλληλισμό μεταξύ της αλληγορίας του σπηλαίου και του πώς τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα προσπαθούν να μάθουν για τον κόσμο από την περιγραφή του σε ψηφιακά αρχεία και όχι από τον πειραματισμό μέσα σε αυτόν. Ενδεχομένως ο Αριστοτέλης να μας μιλούσε για τη σημασία τού να θέτουμε στόχους για την ανάπτυξη και τη χρήση της τεχνολογίας, που προάγουν την ευδαιμονία του ανθρώπου, καθώς και για τη σημασία της πρακτικής σοφίας στη χρήση της Τ.Ν. και, συγκεκριμένα, στην αξιολόγηση των απαντήσεων που λαμβάνουμε από αυτήν με γνώμονα τη δική μας κρίση. Θα επισήμαινε, επίσης, ότι ο άνθρωπος είναι πολιτικό ον, επομένως η Τ.Ν. δεν είναι απλώς εργαλείο παραγωγικότητας. Αλλάζει την αγορά εργασίας, την εκπαίδευση, τη δημοκρατία, τη δημόσια σφαίρα, τη σχέση πολίτη και κράτους. Άρα πρέπει να τη σκεφτούμε όχι μόνο ως τεχνολογία, αλλά ως θεσμική και πολιτική δύναμη. Ο Περικλής θα μας υπενθύμιζε ότι η δύναμη μιας δημοκρατίας δεν εξαρτάται μόνο από την τεχνολογία της, αλλά από την ποιότητα των πολιτών της. Θα μας ρωτούσε όχι πόσο έξυπνη είναι η Τ.Ν., αλλά αν μας κάνει καλύτερους πολίτες: αν ενισχύει την κρίση, τη συμμετοχή και τον δημόσιο διάλογο ή αν, αντίθετα, ευνοεί τη χειραγώγηση, την πόλωση και τη συγκέντρωση ισχύος».
Οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν και το «γνώθι σαυτόν». Αν η προηγμένη τεχνολογία μάς «διαβάσει» τόσο καλά, ώστε να μας ξεπεράσει, κινδυνεύουμε να χάσουμε την αίσθηση της ελευθερίας των αποφάσεων και των επιλογών;
«Το φιλοσοφικό ερώτημα για την ύπαρξη ή ψευδαίσθηση της ελεύθερης βούλησης υπάρχει, ανεξάρτητα από την τεχνολογία. Ωστόσο, η έλευση της Τ.Ν. τού δίνει καινούργιες διαστάσεις. Είναι δύσκολο να προβλέψουμε τον άνθρωπο του μέλλοντος και τη σχέση του με την τεχνολογία. Είναι όμως βέβαιο ότι η Τ.Ν. θα προσφέρει ολοένα και ικανότερα εργαλεία ανάλυσης δεδομένων και λήψης αποφάσεων, που θα ενσωματώνονται όλο και περισσότερο σε διάφορες πτυχές της ζωής μας. Είναι πιθανόν ο άνθρωπος του μέλλοντος να λειτουργεί με μια μορφή επαυξημένης νοημοσύνης, χρησιμοποιώντας την τεχνολογία για την αυτοματοποίηση ή τη βελτίωση των αποφάσεών του. Σε ένα τέτοιο μέλλον θα είναι ίσως δυσδιάκριτα τα όρια για το αν μια απόφαση πάρθηκε στο βιολογικό μυαλό ή στην in silico επέκτασή του. Σε τελευταία ανάλυση, όμως, πρέπει να επιστρέψουμε στον Σοφοκλή. Ποιος αποφασίζει πώς θα σχεδιαστεί, θα χρησιμοποιηθεί και θα περιοριστεί η τεχνολογία; Ο άνθρωπος. Επομένως, αυτός έχει και την τελική ευθύνη των αποφάσεων. Μπορεί να είναι δύσκολο να πεις πού αρχίζει και πού τελειώνει η λήψη μιας απόφασης, αλλά ο άνθρωπος είναι εν τέλει ο ‘‘ενορχηστρωτής’’».
Μήπως, τελικά, «ενορχηστρωτές» θα είναι τα μονοπώλια;
«Ναι, σε κάποιον βαθμό, αν πάμε σε ένα μέλλον όπου μονοπώλια ελέγχουν τα μοντέλα Τ.Ν. Και τα μονοπώλια όμως τα ελέγχουν ρυθμιστές, τους οποίους εκλέγουν άνθρωποι. Επομένως, ο τελικός «ενορχηστρωτής» είναι και πάλι ο άνθρωπος».
Αν είχατε μπροστά σας έναν φοιτητή του πρώτου έτους, οποιασδήποτε σχολής, πώς θα τον προτρέπατε να κινηθεί στα επόμενα βήματα της ζωής του;
«Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα βρούμε μπροστά μας. Ας αναλογιστούμε μόνο τι συνέβη την τελευταία εικοσαετία: γεωπολιτικές αλλαγές, οικονομικές κρίσεις, πανδημία, γιγάντωση του Ίντερνετ, εν εξελίξει επέλαση της Τ.Ν. Φαίνεται ότι το ρολόι των αλλαγών έχει επιταχυνθεί. Σε μια τέτοια ιστορική συνθήκη, η προσαρμοστικότητα είναι πολύ βασική. Τα παιδιά που είναι τώρα φοιτητές, έχουν περάσει από πολλά κύματα. Αν αυτά τα παιδιά δεν έχουν αναπτύξει προσαρμοστικότητα, δύσκολο να σκεφτώ ποιος θα μπορούσε να ανταποκριθεί καλύτερα στο μέλλον. Από την άλλη, σε μια εποχή όπου τα τεχνολογικά εργαλεία έχουν γίνει εξαιρετικά ικανά, μπορούν να συμπληρώσουν πολλές από τις δεξιότητες του ανθρώπου. Έτσι, αυτό που έχει μεγάλη αξία, εκτός από τη γνώση αυτών των εργαλείων, είναι οι ικανότητες που βοηθούν να κατευθύνουμε τη δύναμη που μας δίνουν αυτά τα εργαλεία προς σκοπούς που αξίζουν. Ποιοι είναι αυτοί; Η δημιουργικότητα, η βαθιά κατανόηση ενός αντικειμένου, η ικανότητα να συνεργαζόμαστε και να επικοινωνούμε με τους άλλους αλλά και η αίσθηση ευθύνης για όσα δημιουργούμε».
Τι σημαίνει αυτό για τα παιδιά του σχολείου;
«Τα καινούρια εργαλεία τούς δίνουν τεράστια δύναμη. Όταν εγώ ήμουν μαθητής, είχα περιορισμένες ευκαιρίες να εφαρμόσω όσα μάθαινα σε πραγματικά προβλήματα. Στην ουσία, η θεώρηση ήταν ότι για 20 και πλέον χρόνια θα μαθητεύω, ενώ θα έχω τη δυνατότητα να ενεργήσω στον κόσμο όταν μπω στην αγορά εργασίας. Και ένας από τους λόγους που η εκπαίδευση ήταν πιο θεωρητική ήταν ότι, για να μετατρέψεις μια ιδέα σε πράξη, χρειαζόσουν σημαντικούς πόρους, εξειδικευμένες γνώσεις και, συχνά, μια ολόκληρη ομάδα ειδικών. Σήμερα, τα εργαλεία μειώνουν δραστικά το κόστος δημιουργίας. Δίνουν τόσες δυνατότητες στον προγραμματισμό και την εξοικείωση με γνωστικά αντικείμενα, που μπορούν να πολλαπλασιάσουν τις δυνάμεις μιας ομάδας μαθητών, ώστε να αλλάξουν με απτά αποτελέσματα την κοινότητά τους – την οικογένεια, το σχολείο ή τον δήμο τους.
Όμως, όλη αυτή η δημιουργικότητα και η προσαρμοστικότητα θα πρέπει πρώτα να περάσουν στο εκπαιδευτικό σύστημα, ώστε να ανοίξουν νέα «παράθυρα» στους μαθητές και στους φοιτητές.
«Η πιο ενεργή συμμετοχή των μαθητών στη διαδικασία της εκπαίδευσης είναι παλιό ζητούμενο. Τώρα, όμως, έχουμε μια πραγματική ευκαιρία να το πετύχουμε, ακριβώς γιατί διαθέτουμε εργαλεία που μειώνουν δραστικά το κόστος της δημιουργίας, τον χρόνο εξοικείωσης με ένα αντικείμενο και τον χρόνο που απαιτείται για να αλληλεπιδράσει κανείς με έναν τεράστιο όγκο γνώσης. Πρέπει, βέβαια, τα εργαλεία αυτά να ενταχθούν οργανικά στην εκπαιδευτική διαδικασία και η αξιοποίησή τους σε πραγματικά προβλήματα να ενσωματωθεί ως βασικός εκπαιδευτικός στόχος σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να προστατεύσουμε την καλλιέργεια των άλλων δεξιοτήτων που παραδοσιακά στοχεύει να αναπτύξει το σχολείο και το πανεπιστήμιο. Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να ατονήσουν σημαντικές γνωστικές δεξιότητες, αν επαφιόμαστε υπερβολικά στα καινούργια εργαλεία. Τα εργαλεία αυτά μπορούν να επιταχύνουν τη μάθηση, την παραγωγικότητα και τη δημιουργικότητά μας. Δεν μπορούν, όμως, να αποφασίσουν τι αξίζει να δημιουργηθεί, να κατευθύνουν την παραγωγή του, να καθορίσουν τη χρήση του, να επικοινωνήσουν τη σημασία του. Αυτή η κρίση παραμένει ανθρώπινη».
* Η συνέντευξη έλαβε χώρα σε κεντρική αίθουσα του Νομισματικού Μουσείου Αθηνών. Η «Ν» ευχαριστεί θερμά τη Διευθύντρια του Μουσείου, Δρα Αναστασία Ράμμου, για τη φιλοξενία του καθηγητή του MIT, Κωνσταντίνου Δασκαλάκη και του διευθυντή της «Ν», Πλάτωνα Τσούλου.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

