Της Ξανθής Γούναρη
Αν και για πολλούς ο γρουσούζικος αριθμός είναι το 13, για τον Ινδό επιχειρηματία Taizoon Fakhruddin Khorakiwala, ιδιοκτήτη της SwitzGroup, αποδείχθηκε ζόρικο το 23. Η τελευταία προσθήκη στο εκτεταμένο ελληνικό χαρτοφυλάκιό του, η Bread Factory, βρέθηκε στη δίνη της υπόθεσης “Χωριάτικο”, με αποτέλεσμα να δεσμευθούν οι τραπεζικοί λογαριασμοί των εταιρειών που ανέλαβαν τη λειτουργία των καταστημάτων.
Στη συμφωνία για την Bread Factory πρωταγωνιστικό ρόλο είχε ο Δημήτρης Γρίβας, ιδρυτής της αλυσίδας Κουλουράδες, στην οποία ο όμιλος του Khorakiwala απέκτησε το 70% το 2021. Αντί να εξαγοράσει την παλιά εταιρεία της Bread Factory, ο όμιλος απέκτησε τα εμπορικά της σήματα και προχώρησε σε νέες μισθώσεις, με τη λειτουργία εννέα καταστημάτων να περνά σε νέες εταιρείες franchise. Πρόκειται για τα καταστήματα σε Μοσχάτο, Ασπρόπυργο, Μαρούσι, Περιστέρι, Χολαργό, Λάρισα, Πειραιά, Μιχαλακοπούλου και λεωφόρο Συγγρού. Τον εφοδιασμό τους ανέλαβε η Κουλουράδες Γενική Προμηθευτική.
Στις 25 Οκτωβρίου δεσμεύθηκαν οι τραπεζικοί λογαριασμοί των οκτώ εταιρειών franchise και της Γενικής Προμηθευτικής. Το μέτρο προκάλεσε άμεσα προβλήματα στη λειτουργία του δικτύου, καθώς στα επτά από τα εννέα καταστήματα σταμάτησαν να λειτουργούν τα POS, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να πραγματοποιηθούν πληρωμές με κάρτα. Οι συναλλαγές αποκαταστάθηκαν χθες, Παρασκευή 30 Οκτωβρίου, ωστόσο οι τραπεζικοί λογαριασμοί παραμένουν δεσμευμένοι. Η πλευρά της SwitzGroup έχει ζητήσει, με υπόμνημά της προς την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, την άρση του μέτρου, υποστηρίζοντας ότι οι νέες εταιρείες δεν συνδέονται με τα πρόσωπα που ερευνώνται.
Σύμφωνα με πηγές κοντά στον όμιλο, η συμφωνία διατήρησε περίπου 1.000 θέσεις εργασίας, ενώ οι νέες εταιρείες έχουν καταβάλει περισσότερα από 1 εκατ. ευρώ σε φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.
Από 12 εργαζομένους σε τζίρο 600 εκατ. δολαρίων
Η επιχειρηματική διαδρομή του Taizoon Khorakiwala ξεκίνησε το 1980, από έναν μικρό φούρνο στην πόλη Al Khobar της Σαουδικής Αραβίας, με 12 εργαζομένους. Δύο χρόνια αργότερα εξαγόρασε τη Modern Oman Bakery, κάνοντας το πρώτο βήμα επέκτασης εκτός της σαουδαραβικής αγοράς.
Σήμερα η SwitzGroup, με έδρα το Ντουμπάι, δηλώνει ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 600 εκατ. δολαρίων, περισσότερους από 5.000 εργαζομένους και δραστηριότητα σε 11 χώρες. Οι δραστηριότητές της εκτείνονται από την παραγωγή και εμπορία πρώτων υλών αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής μέχρι τα κατεψυγμένα προϊόντα και τις αλυσίδες λιανικής.
Στη Μέση Ανατολή δραστηριοποιείται μέσω εταιρειών όπως η iBake και η Masterbaker, ενώ στην Ινδία διαθέτει τη Mio Amore, με εκατοντάδες καταστήματα ζαχαροπλαστικής, και τη Dreambake, παραγωγό των συσκευασμένων προϊόντων Winkies και Cream Delite. Στον όμιλο ανήκει επίσης η Delta Nutritives, με αντικείμενο τα συστατικά και τις πρώτες ύλες τροφίμων.
Η παρουσία του εκτείνεται στην Τουρκία, μέσω των Mildo, Orba και Arolez, στη Σρι Λάνκα με τις Caravan Fresh και Switz Lanka, στις Φιλιππίνες με τη VES Desserts και στην Αυστραλία με την Borg’s.
Ενδεικτικά του μεγέθους των δραστηριοτήτων του στην Ινδία είναι τα αποτελέσματα δύο εταιρειών του. Η Switz Foods, κατά τη χρήση που ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 2025, εμφάνισε έσοδα 5,63 δισ. ρουπιών, περίπου 53 εκατ. ευρώ, και καθαρά κέρδη 565,7 εκατ. ρουπιών, περίπου 5,3 εκατ. ευρώ. Η Switz International κατέγραψε έσοδα 1,56 δισ. ρουπιών, περίπου 14,7 εκατ. ευρώ, και καθαρά κέρδη 126,3 εκατ. ρουπιών, περίπου 1,2 εκατ. ευρώ.
Το ελληνικό στοίχημα μέσα στα μνημόνια
Η SwitzGroup μπήκε στην ελληνική αγορά το 2017, εν μέσω μνημονίων, επενδύοντας στην Olympic Foods, εταιρεία παραγωγής και εμπορίας πρώτων υλών αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής, με εγκαταστάσεις στη Μεταμόρφωση Αττικής.
Όπως ανέφερε ο ίδιος ο Ινδός επιχειρηματίας επτά χρόνια αργότερα, η απόφαση να επενδύσει στην Ελλάδα ελήφθη σε μια δύσκολη περίοδο, αλλά δικαιώθηκε από τη σταδιακή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.
Το 2018, μέσω της κυπριακής Olympic Foods (CY) Ltd, ο όμιλος απέκτησε από την CSM Bakery Solutions την CSM Hellas, η οποία μετονομάστηκε σε Artizan. Στο χαρτοφυλάκιό της περιλαμβάνονται γνωστά εμπορικά σήματα όπως Φυτίνη, Φρέσκο, Μαρφύλ, Οκτάσπορο, Marguerite και Baker & Baker.
Η Artizan είναι μία από τις ελληνικές εταιρείες του ομίλου που χρειάστηκαν σημαντική κεφαλαιακή ενίσχυση. Το 2024 η SwitzGroup Europe Limited εισέφερε 5,46 εκατ. ευρώ, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την αποπληρωμή τραπεζικού δανεισμού.
Την ίδια χρονιά, ο κύκλος εργασιών της Artizan υποχώρησε κατά 4,6%, στα 13,95 εκατ. ευρώ, από 14,62 εκατ. ευρώ το 2023. Τα καθαρά κέρδη περιορίστηκαν σε 56.584 ευρώ, έναντι 255.834 ευρώ, παρά τη βελτίωση του μικτού περιθωρίου κέρδους στο 35,42%, από 33,88%.
Η κεφαλαιακή ενίσχυση αποτυπώθηκε στα ίδια κεφάλαια, τα οποία αυξήθηκαν από 7,61 εκατ. σε 13,13 εκατ. ευρώ.
Οι Κουλουράδες, η Κρητών Άρτος και τα μικρά περιθώρια κέρδους
Το 2019 ο όμιλος επένδυσε στην Κρητών Άρτος, την εταιρεία που ίδρυσε ο Μανώλης Δαμιανάκης και η οποία μάλιστα εκείνη την εποχή ήταν εισηγμένη στην Εναλλακτική Αγορά του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Την άνοιξη του 2023 η SwitzGroup ολοκλήρωσε την εξαγορά της, αποκτώντας και το εναπομείναν 25% του ιδρυτή.
Η Κρητών Άρτος εξακολουθεί να εμφανίζει χαμηλή κερδοφορία. Το 2024 οι πωλήσεις της διαμορφώθηκαν σε 5,48 εκατ. ευρώ, μειωμένες κατά 1,37%, ενώ επέστρεψε σε οριακά καθαρά κέρδη 21.949 ευρώ, έναντι ζημιών 82.544 ευρώ το 2023.
Τα EBITDA υποχώρησαν στις 247.716 ευρώ, από 258.835 ευρώ, και το μικτό περιθώριο κέρδους περιορίστηκε στο 26,72%, από 28,47%. Αντίθετα, το προσωπικό αυξήθηκε σε 58 εργαζομένους, από 42 την προηγούμενη χρονιά.
Στις οικονομικές καταστάσεις του 2024, ο ορκωτός ελεγκτής διατύπωσε γνώμη με επιφύλαξη, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι δεν είχε αναγνωριστεί απαιτούμενη απομείωση ακινήτων ύψους 588.800 ευρώ, με αποτέλεσμα τα πάγια και τα ίδια κεφάλαια να εμφανίζονται ισόποσα αυξημένα.
Η εξαγορά των Κουλουράδων το 2021 αποτέλεσε την είσοδο του ομίλου και στο οργανωμένο δίκτυο καταστημάτων αρτοποιίας. Η αλυσίδα αριθμεί περισσότερα από 160 σημεία πώλησης, εκ των οποίων 110 στην Αττική, καθώς και τέσσερα εταιρικά καταστήματα στην Κύπρο. Ο Δημήτρης Γρίβας διατηρεί το υπόλοιπο 30% και τη διοίκηση της εταιρείας.
Ο όμιλος επένδυσε επίσης στη Σαμούρη, με δραστηριότητα στα είδη διακοσμητικής ζαχαροπλαστικής, και στο Troufa Bread & Chocolate, το αρτοζαχαροπλαστείο και café της Δροσιάς. Μέσω της Troufa απέκτησε το 2025 τα επτά καταστήματα The Bakers in the Hood της οικογένειας Κώτση, με στόχο την ανάπτυξη ενός ευρύτερου δικτύου αρτοζαχαροπλαστείων.
Η Σαμούρη εμφάνισε το 2025 αύξηση πωλήσεων κατά 19,1%, στα 1,76 εκατ. ευρώ, ωστόσο τα καθαρά κέρδη της υποχώρησαν κατά 17,4%, στις 108.776 ευρώ. Το μικτό περιθώριο κέρδους περιορίστηκε στο 47,05%, από 49,77%, ενώ ο αριθμός των εργαζομένων αυξήθηκε σε 13, από 11.
Η Ιωνική Σφολιάτα ανεβάζει τον πήχη
Μία από τις μεγαλύτερες επενδύσεις του Khorakiwala στην ελληνική βιομηχανία τροφίμων είναι η Ιωνική Σφολιάτα. Τον Αύγουστο του 2023 η SwitzGroup απέκτησε αρχικά το 51%, κυρίως από τη Vivartia, ενώ το 2024 αύξησε τη συμμετοχή της στο 77,3%. Ο ιδρυτής της εταιρείας, Γιώργος Πορτοκαλίδης, διατηρεί το υπόλοιπο 22,7%.
Η Ιωνική είναι η μεγαλύτερη, από πλευράς κύκλου εργασιών, μεταξύ των ελληνικών εταιρειών του χαρτοφυλακίου για τις οποίες εξετάστηκαν οικονομικές καταστάσεις.
Το 2025 οι πωλήσεις της αυξήθηκαν κατά 9,2%, στα 32,93 εκατ. ευρώ, από 30,16 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ τα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν σε 1,36 εκατ. ευρώ, έναντι 1,33 εκατ. ευρώ.
Τα EBITDA ανήλθαν σε 3,05 εκατ. ευρώ και το μικτό περιθώριο κέρδους ενισχύθηκε στο 31,06%, από 29,75%. Στο τέλος της χρήσης η εταιρεία απασχολούσε 267 εργαζομένους, έναντι 240 έναν χρόνο νωρίτερα.
Παρά την αύξηση των πωλήσεων και τη βελτίωση της μικτής κερδοφορίας, η άνοδος των καθαρών κερδών ήταν περιορισμένη, καθώς αυξήθηκαν και οι δαπάνες διάθεσης των προϊόντων.
Οι μικρότεροι παίκτες του ελληνικού χαρτοφυλακίου
Η SwitzGroup έχει προχωρήσει και σε μικρότερες εξαγορές, ενισχύοντας την παρουσία της στην παραγωγή και τη διανομή προϊόντων αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής.
Το 2025, μέσω της New Bake, απέκτησε το 60% της Μίδες Τρόφιμα, με τίμημα 550.000 ευρώ, σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας.
Η New Bake εμφάνισε την ίδια χρονιά αύξηση πωλήσεων κατά 16,6%, στα 4,65 εκατ. ευρώ, ενώ τα καθαρά κέρδη της σχεδόν διπλασιάστηκαν, φθάνοντας τις 268.201 ευρώ, από 139.855 ευρώ το 2024.
Το μικτό περιθώριο κέρδους βελτιώθηκε αισθητά, από 23,55% σε 29,39%, ενώ τα ίδια κεφάλαια διαμορφώθηκαν σε 852.064 ευρώ. Ο μέσος αριθμός εργαζομένων ήταν 36.
Στο χαρτοφυλάκιο του Khorakiwala περιλαμβάνεται επίσης η Frankal Foods, με έδρα τη Βιομηχανική Περιοχή Ηρακλείου Κρήτης και δραστηριότητα στη χονδρική εμπορία πρώτων υλών αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής.
Η Frankal αύξησε το 2025 τον κύκλο εργασιών της κατά 13,8%, στα 3,96 εκατ. ευρώ, ενώ τα καθαρά κέρδη ενισχύθηκαν κατά 22,1%, στις 121.178 ευρώ. Το μικτό περιθώριο κέρδους βελτιώθηκε στο 24,59%, από 23,24%.
Ωστόσο, η εταιρεία εμφάνισε βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις 3,53 εκατ. ευρώ, έναντι ιδίων κεφαλαίων 291.842 ευρώ. Από τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις, τα 2,34 εκατ. ευρώ αφορούσαν προμηθευτές. Ο μέσος αριθμός εργαζομένων ήταν 16.
Στις ελληνικές επενδύσεις του ομίλου περιλαμβάνονται ακόμη οι κάβες OAK, με δραστηριότητα στην αγορά ποτών, ενώ ο Khorakiwala διατηρεί μικρή μετοχική συμμετοχή και στην Optima Bank.
Γιατί προτιμά τις οικογενειακές επιχειρήσεις
Ο Τ. Khorakiwala δεν αναζητούσε μεγάλες εξαγορές, αλλά μικρομεσαίες, συχνά οικογενειακές επιχειρήσεις, με τζίρο κυρίως 5-10 εκατ. ευρώ. Η στρατηγική του βασίζεται στην απόκτηση πλειοψηφικών συμμετοχών, με τους ιδρυτές να παραμένουν στη διοίκηση ή στο μετοχικό κεφάλαιο. Όπως είχε εξηγήσει στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών το 2023, προτιμά τις μακροχρόνιες επενδύσεις από τη γρήγορη μεταπώληση που χαρακτηρίζει αρκετά επενδυτικά funds.
Με τις αποτιμήσεις των ελληνικών επιχειρήσεων να έχουν αυξηθεί σε σχέση με την περίοδο της κρίσης, ο ίδιος έχει αναγνωρίσει ότι οι νέες εξαγορές είναι πλέον ακριβότερες και ότι μεγαλύτερο βάρος θα δοθεί στην ανάπτυξη των εταιρειών που έχει ήδη αποκτήσει.

